Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Βραχυπρόθεσµες ενέργειες της Κύπρου στην ενεργειακή κρίση του πολέµου στο Ιράν Σενάρια, άµεσες προτεραιότητες και διαχείριση κινδύνου

Βραχυπρόθεσµες ενέργειες της Κύπρου στην ενεργειακή κρίση του πολέµου στο Ιράν Σενάρια, άµεσες προτεραιότητες και διαχείριση κινδύνου

του Ανδρέα Πουλλικκά

Περίληψη 

Η πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970 οδήγησε σε άµεσα µέτρα περιορισµού κατανάλωσης (δελτίο καυσίµων, απαγορεύσεις οδήγησης, όρια ταχύτητας) και στη δηµιουργία θεσµών όπως ο Διεθνής Οργανισµός Ενέργειας (IEA) και στρατηγικών αποθεµάτων πετρελαίου. Η ενεργειακή κρίση της περιόδου 2022–2024 λόγω του πολέµου Ρωσίας–Ουκρανίας έστρεψε την Ευρωπαϊκή Ένωση σε ένα διαφορετικό µίγµα µέτρων: εξοικονόµηση ενέργειας, διαφοροποίηση προµηθευτών, επιτάχυνση ΑΠΕ και αποθήκευσης, καθώς και οικονοµική στήριξη καταναλωτών και επιχειρήσεων. Η παρούσα ανάλυση αξιοποιεί τα διδάγµατα αυτών των κρίσεων, µαζί µε συµπεράσµατα που έχουν ήδη παρουσιαστεί σε προηγούµενες σχετικές µε το θέµα δηµοσιεύσεις µας. 

Ο πόλεµος στο Ιράν το 2026, σε συνδυασµό µε τη διαταραχή στο Στενό του Ορµούζ, συνιστά τη µεγαλύτερη µέχρι σήµερα διαταραχή στις αγορές πετρελαίου και σηµαντική πρόκληση για την ασφάλεια εφοδιασµού σε πετρέλαιο και LNG. Ήδη αρκετές χώρες εφαρ µόζουν µέτρα όπως δελτίο καυσίµων, τετραήµερη εργασία, τηλεργασία, περιορισµούς στη χρήση κλιµατισµού και ενισχυµένες εκστρατείες εξοικονόµησης ενέργειας. Το παρόν έγ γραφο πολιτικής εστιάζει κυρίως στις βραχυπρόθεσµες ενέργειες διαχείρισης της κρίσης, όπως αυτές διαµορφώνονται µέσα από τρία σενάρια έντασης (ήπιο, µεσαίο, ακραίο), και προτείνει ένα συνεκτικό πλαίσιο άµεσων µέτρων για την Κύπρο. 

Μαθήµατα από την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970 

Ιστορικό και φύση της κρίσης 

Η πρώτη µεγάλη πετρελαϊκή κρίση, ή «πρώτο πετρελαϊκό σοκ», της δεκαετίας του 1970 εκδηλώθηκε την περίοδο 1973–1974. Ξεκίνησε ουσιαστικά τον Οκτώβριο 1973, όταν οι αραβικές χώρες–µέλη του Οργανισµoύ Αραβικών Πετρελαιοεξαγωγικών Χωρών (OAPEC) επέβαλαν εµπάργκο πετρελαίου σε χώρες που στήριξαν το Ισραήλ στον πόλεµο του Γιοµ Κιπούρ, µειώ νοντας την παραγωγή και τετραπλασιάζοντας την τιµή του πετρελαίου. Το εµπάργκο άρχισε στα µέσα Οκτωβρίου 1973 και τερµατίστηκε τον Μάρτιο 1974, ωστόσο οι υψηλές τιµές και οι επιπτώσεις στην παγκόσµια οικονοµία διήρκεσαν για το υπόλοιπο της δεκαετίας. Η διακοπή ή µείωση προµηθειών προκάλεσε απότοµες ελλείψεις καυσίµων, εκτίναξη τιµών, πληθωρι σµό και ύφεση στις βιοµηχανικές χώρες. 

Η δεύτερη πετρελαϊκή κρίση, ή «δεύτερο πετρελαϊκό σοκ», εκδηλώθηκε την περίοδο 1978– 1980 σε συνάρτηση µε την Ιρανική επανάσταση και στη συνέχεια τον πόλεµο Ιράν–Ιράκ. Οι απεργίες στα ιρανικά πεδία πετρελαίου και η πτώση του Σάχη στα τέλη 1978–αρχές 1979 µείωσαν σηµαντικά την παραγωγή, ενώ η κλιµάκωση της κρίσης οδήγησε σε νέα άνοδο της τιµής του πετρελαίου, η οποία υπερδιπλασιάστηκε µεταξύ 1979 και 1980. Η οξεία φάση της κρίσης αυτής θεωρείται ότι κράτησε περίπου έως το 1980, ενώ οι τιµές πετρελαίου άρχισαν να αποκλιµακώνονται από τα µέσα της δεκαετίας του 1980. 

Βραχυπρόθεσµα µέτρα: δελτίο, περιορισµοί, εξοικονόµηση 

Στη δεκαετία του 1970 πολλές ευρωπαϊκές χώρες και οι ΗΠΑ επέβαλαν άµεσα µέτρα περιο ρισµού κατανάλωσης, τα οποία επηρέασαν έντονα την καθηµερινή ζωή, αλλά έδωσαν τον αναγκαίο χρόνο για να σχεδιαστούν πιο δοµικές παρεµβάσεις στο ενεργειακό σύστηµα. Δελτίο καυσίµων και ουρές στα πρατήρια: Σε αρκετές χώρες θεσπίστηκε δελτίο καυσίµων, 

µε διανοµή βιβλιαρίων και κουπονιών, ώστε κάθε οδηγός να έχει δικαίωµα σε συγκεκρι µένη ποσότητα βενζίνης σε εβδοµαδιαία βάση. Σε πολλές περιπτώσεις επιβλήθηκαν ανώτατα όρια ανεφοδιασµού ανά όχηµα (π.χ. λίγα γαλόνια ανά επίσκεψη), ενώ απαγορεύτηκε η αποθεµατοποίηση καυσίµων σε δοχεία. Στις ΗΠΑ εφαρµόστηκαν επίσης συ στήµατα «µονών–ζυγών» πινακίδων (οι οδηγοί µε µονό αριθµό πινακίδας µπορούσαν να προµηθεύονται βενζίνη µόνο σε µονές ηµεροµηνίες κ.ο.κ.), προκειµένου να κατανέ µεται πιο οµαλά η ζήτηση. Οι ουρές στα πρατήρια έγιναν καθηµερινό φαινόµενο και σε πολλές χώρες τυπώθηκαν ακόµη και δελτία βενζίνης που δεν χρειάστηκε τελικά να χρησιµοποιηθούν, γεγονός που δείχνει το επίπεδο ανησυχίας των κυβερνήσεων. 

Ηµέρες χωρίς αυτοκίνητο: Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά µέτρα ήταν οι «ηµέρες χωρίς αυτοκίνητο». Στη Δυτική Γερµανία, µε βάση τον Νόµο Εξοικονόµησης Ενέργειας, επιβλήθηκε απαγόρευση κυκλοφορίας ιδιωτικών αυτοκινήτων για τέσσερις διαδοχικές Κυριακές, αφήνοντας τους αυτοκινητοδρόµους πρακτικά άδειους, µε εξαίρεση τα µέσα µαζικής µεταφοράς και ορισµένα οχήµατα έκτακτης ανάγκης. Παρόµοια καθεστώτα εφαρµόστηκαν στην Ολλανδία, στο Βέλγιο, στη Δανία και στην Ελβετία, όπου για σειρά Κυριακών απαγορεύτηκε πλήρως η κίνηση ιδιωτικών οχηµάτων, µε τους πολίτες να χρη σιµοποιούν ποδήλατα ή να κινούνται πεζοί. Οι «Κυριακές χωρίς αυτοκίνητο» είχαν και ισχυρό συµβολικό χαρακτήρα, αναδεικνύοντας πώς θα µπορούσε να είναι ο δηµόσιος χώρος µε µειωµένη κυκλοφορία αυτοκινήτων. 

Εθνικά όρια ταχύτητας: Στις ΗΠΑ θεσπίστηκε ενιαίο εθνικό όριο ταχύτητας 55 µιλίων ανά ώρα (National Maximum Speed Law) σε αυτοκινητοδρόµους και κύριες οδούς, µε βασικό στόχο τη µείωση της κατανάλωσης καυσίµου ανά χιλιόµετρο, όπως υποδείκνυαν οι µε λέτες της εποχής. Σε ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Δυτική Γερµανία, επιβλήθηκαν για πρώτη φορά γενικά όρια ταχύτητας σε τµήµατα του αυτοκινητοδροµικού δικτύου όπου προηγουµένως δεν υπήρχαν, π.χ. 100 km/h στους αυτοκινητοδρόµους και 80 km/h στους επαρχιακούς δρόµους. Τα µέτρα αυτά συνδέθηκαν άµεσα µε την προσπάθεια εξοικο νόµησης καυσίµων, αλλά είχαν και παράπλευρες επιπτώσεις στην οδική ασφάλεια και στη συµπεριφορά των οδηγών. 

Περιορισµοί θέρµανσης, φωτισµού και λειτουργίας επιχειρήσεων: Σε πολλές χώρες της Ευρώπης µειώθηκαν υποχρεωτικά οι θερµοκρασίες θέρµανσης σε δηµόσια κτίρια, σχολεία και γραφεία, ενώ επιβλήθηκαν όρια και σε ιδιωτικά κτίρια. Μειώθηκε ή απαγορεύτηκε ο φωτισµός βιτρινών, διαφηµιστικών πινακίδων και µνηµείων (π.χ. σβήσιµο χριστουγεννιάτικου φωτισµού ή αρχαιολογικών χώρων), ενώ σε ορισµένες περιπτώσεις περιορίστηκαν και τα ωράρια τηλεοπτικών µεταδόσεων για εξοικονόµηση ηλεκτρικής ενέργειας. Στο Ηνωµένο Βασίλειο, η ενεργειακή κρίση συνδυάστηκε µε απεργίες στα ορυχεία, οδηγώντας στην επιβολή της «τριήµερης εβδοµάδας», κατά την οποία η κατανάλωση ηλεκτρισµού από επιχειρήσεις περιοριζόταν σε τρεις µόνο εργάσιµες ηµέρες, µε εκ περιτροπής διακοπές ηλεκτροδότησης σε νοικοκυριά και βιοµηχανία. Σε άλλες χώρες, επιβάλλονταν µειωµένα ωράρια λειτουργίας καταστηµάτων και κέντρων ψυχαγωγίας, ώστε να περιοριστεί η ζήτηση σε ηλεκτρική ενέργεια και καύσιµα. 

Περιορισµοί και εξοικονόµηση στα αεροπλάνα: Στον αεροπορικό τοµέα δεν απαγορεύτηκαν γενικά οι πτήσεις, αλλά εφαρµόστηκε σειρά µέτρων εξοικονόµησης καυσίµων. Οι αεροπορικές εταιρείες περιόρισαν ή συγχώνευσαν δροµολόγια, µείωσαν συχνότητες σε γραµµές χαµηλής πληρότητας και έδωσαν προτεραιότητα στις εµπορικές/τακτικές πτήσεις έναντι λιγότερο αναγκαίων υπηρεσιών. Οι αρχές πολιτικής αεροπορίας συνέστη σαν προσαρµογές σε διαδικασίες εναέριας κυκλοφορίας ώστε να µειώνονται οι χρόνοι αναµονής και οι παρακάµψεις (πιο άµεσες διαδροµές, λιγότερο hold στον αέρα, gate– hold διαδικασίες), ενώ σε ορισµένες περιπτώσεις εφαρµόστηκαν περιορισµοί στην κατανάλωση καυσίµων ανά εταιρεία. Παράλληλα, πολλές εταιρείες υιοθέτησαν επιχειρησιακά µέτρα για µείωση κατανάλωσης, όπως χαµηλότερες ταχύτητες πλεύσης, περιο ρισµό χρήσης βοηθητικών µονάδων ισχύος στο έδαφος και αυστηρό έλεγχο του βάρους (φορτίο, βαφή, εξοπλισµός), γεγονός που λειτούργησε ως καταλύτης για µακροπρόθε σµη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας της αεροπορίας. 

Τα µέτρα αυτά είχαν έντονα κοινωνικά και οικονοµικά κόστη. Μείωση εισοδηµάτων, αύξηση ανεργίας, υποβάθµιση της ποιότητας ζωής και αίσθηση «πολέµου χωρίς πόλεµο». Παρά τις δυσκολίες, όµως, επέτρεψαν στις κυβερνήσεις να κερδίσουν χρόνο, να σταθεροποιήσουν προσωρινά την κατάσταση και να σχεδιάσουν τις πιο δοµικές παρεµβάσεις που ακολούθησαν, όπως η δηµιουργία στρατηγικών αποθεµάτων, η ίδρυση του Διεθνούς Οργανισµού Ενέργειας (IEA) και οι πολιτικές ενεργειακής απόδοσης και διαφοροποίησης καυσίµων. 

Δοµικές παρεµβάσεις: θεσµοί, αποθέµατα, διαφοροποίηση 

Η κρίση της δεκαετίας του 1970 δεν αντιµετωπίστηκε µόνο µε βραχυπρόθεσµα µέτρα δελτίου και περιορισµών, αλλά οδήγησε σταδιακά στη δηµιουργία και ενίσχυση θεσµών και εργα λείων ενεργειακής ασφάλειας, καθώς και σε βαθύτερες αλλαγές στο ενεργειακό µίγµα και στην ενεργειακή ένταση των οικονοµιών. 

Ίδρυση του Διεθνούς Οργανισµού Ενέργειας (IEA): Το 1974 ιδρύθηκε ο Διεθνής Οργανισµός

Ενέργειας (IEA) στο πλαίσιο του Οργανισµoύ Οικονοµικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD), ως θεσµική απάντηση των βιοµηχανικών χωρών στο σοκ του 1973. Ο IEA απο τέλεσε µηχανισµό συντονισµού πολιτικών, ανταλλαγής πληροφοριών για τις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς και πλαίσιο συλλογικής δράσης σε περίπτωση µελλοντικών διαταραχών στην προσφορά. Μέσω του IEA θεσπίστηκαν κοινές διαδικασίες για την παρακολούθηση αποθεµάτων, την κατανοµή πετρελαίου σε περιόδους κρίσης και την από κοινού απελευθέρωση αποθεµάτων από τα κράτη µέλη, µειώνοντας τον κίνδυνο ασυντόνιστων µονοµερών αντιδράσεων. 

Στρατηγικά αποθέµατα πετρελαίου: Κεντρικό εργαλείο του νέου πλαισίου αποτέλεσαν τα στρατηγικά αποθέµατα πετρελαίου, µε υποχρέωση κάθε µέλους του IEA να διατηρεί αποθέµατα που καλύπτουν τουλάχιστον 90 ηµέρες καθαρών εισαγωγών. Τα αποθέ µατα αυτά µπορούν να τηρούνται είτε σε κρατικές δεξαµενές είτε µέσω υποχρεώσεων προς τις εταιρείες, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι διαθέσιµα για ταχεία απελευθέρωση σε περιόδους σοβαρής διαταραχής. Η ύπαρξη µεγάλων, συντονισµένων αποθεµάτων λειτουργεί αποτρεπτικά απέναντι σε µονοµερείς κινήσεις παραγωγών και περιορίζει τις ακραίες µεταβολές τιµών σε βραχυπρόθεσµο ορίζοντα. 

Διαφοροποίηση προµηθευτών και καυσίµων: Ένα ακόµη αποτέλεσµα της κρίσης ήταν η στρατηγική επιλογή διαφοροποίησης τόσο των προµηθευτών όσο και των χρησιµοποιού µενων καυσίµων. Οι χώρες του OECD επένδυσαν στην ανάπτυξη νέων κοιτασµάτων εκτός ΟργανισµoύΠετρελαιοπαραγωγών Κρατών (OPEC), όπως της Βόρειας Θάλασσας, της Αλάσκας και του Κόλπου του Μεξικού, µειώνοντας σταδιακά την εξάρτησή τους από τη Μέση Ανατολή. Παράλληλα εντάθηκαν οι επενδύσεις σε πυρηνική ενέργεια για ηλεκτροπαραγωγή (ιδίως στην Ευρώπη και την Ιαπωνία), καθώς και η χρήση άνθρακα και, αργότερα, φυσικού αερίου, ώστε να περιοριστεί ο ρόλος του πετρελαίου τόσο στην ηλεκτροπαραγωγή όσο και στη θέρµανση. Η διαφοροποίηση αυτή δεν εξάλειψε την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιµα, αλλά περιόρισε την ευπάθεια σε µονοσή µαντες πηγές προµήθειας. 

Πολιτικές ενεργειακής απόδοσης: Η εµπειρία των υψηλών τιµών ανέδειξε τη σηµασία της πλευράς της ζήτησης και οδήγησε σε ένα πρώτο «κύµα» πολιτικών ενεργειακής απόδοσης. Θεσπίστηκαν πρότυπα κατανάλωσης καυσίµου για τα αυτοκίνητα (fuel economy standards), ελάχιστες απαιτήσεις απόδοσης για οικιακές συσκευές και κλιµατιστικά, καθώς και κανονισµοί για τη θερµοµόνωση κτιρίων και την αποδοτικότερη βιοµηχανική παραγωγή. Οι πολιτικές αυτές οδήγησαν σταδιακά σε χαµηλότερη ένταση ενέργειας ανά µονάδα ΑΕΠ, µειώνοντας µακροπρόθεσµα την κατανάλωση ενέργειας για κάθε µονάδα οικονοµικής δραστηριότητας και άρα την έκθεση σε µελλοντικές κρίσεις τιµών. Ταυτόχρονα, δηµιούργησαν τις πρώτες αγορές για τεχνολογίες υψηλής ενεργειακής απόδοσης, που αργότερα έγιναν πυλώνας της κλιµατικής πολιτικής. 

Όπως έχει αναλυθεί και σε προηγούµενη δηµοσίευση µας, η εµπειρία της δεκαετίας του 1970 ανέδειξε ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται µόνο µε αποθέµατα και δελτίο, αλλά κυρίως µε µακροπρόθεσµες αλλαγές στη δοµή του ενεργειακού µίγµατος, στη γεωγραφία των προµηθευτών και στην ενεργειακή ένταση της οικονοµίας. 

Μαθήµατα από την ενεργειακή κρίση λόγω Ρωσίας–Ουκρανίας 

Φύση της κρίσης 2022–2024 

Η ενεργειακή κρίση που εκδηλώθηκε µετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 υπήρξε, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πρωτίστως κρίση φυσικού αερίου και ηλεκτρισµού και δευτερευόντως πετρελαίου. Η Ρωσία, που πριν τον πόλεµο κάλυπτε περίπου το 40% της κατανάλωσης φυσικού αερίου της ΕΕ, περιόρισε σταδιακά και στη συνέχεια διέκοψε τις ροές µέσω βασικών αγωγών (Nord Stream 1, Yamal κ.ά.), χρησιµοποιώντας το αέριο ως εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης. Η δραστική µείωση των ρωσικών ροών, σε συνδυασµό µε ήδη χαµηλά επίπεδα αποθήκευσης µετά τον χειµώνα 2021–2022, οδήγησε σε απότοµη εκτίναξη των ευρωπαϊκών τιµών φυσικού αερίου (TTF) σε ιστορικά υψηλά επίπεδα άνω των 300 €/MWh το καλοκαίρι του 2022, µε έντονη µεταβλητότητα και τοπικές στρεβλώσεις στην αγορά. 

Η άνοδος των τιµών φυσικού αερίου µεταφέρθηκε άµεσα στις χονδρικές τιµές ηλεκτρισµού, λόγω της οριακής τιµολόγησης και του κυρίαρχου ρόλου των µονάδων αερίου στη δια µόρφωση της τιµής στις περισσότερες ευρωπαϊκές αγορές. Σε πολλές χώρες οι λογαριασµοί ηλεκτρισµού των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων διπλασιάστηκαν ή και τριπλασιάστηκαν σε σχέση µε τα προ της κρίσης επίπεδα, τροφοδοτώντας γενικευµένη αύξηση του πλη θωρισµού, επιβάρυνση της ανταγωνιστικότητας της βιοµηχανίας και αυξηµένο κίνδυνο ενεργειακής φτώχειας. Παρότι οι τιµές φυσικού αερίου υποχώρησαν προς το τέλος του 2022, µε ταξύ άλλων λόγω ήπιου χειµώνα, µείωσης ζήτησης και υψηλών εισαγωγών LNG, παρέµει ναν σε µέσα επίπεδα σηµαντικά υψηλότερες από την προ της κρίσης περίοδο, ενώ η αβεβαιότητα για την επάρκεια εφοδιασµού διατηρήθηκε. 

Για την Κύπρο, η οποία δεν διαθέτει δίκτυο φυσικού αερίου και δεν εισάγει ρωσικό αέριο, η κρίση δεν εκδηλώθηκε ως άµεση έλλειψη καυσίµου, αλλά ως ισχυρό εξωτερικό σοκ κόστους. Η εξάρτηση της ηλεκτροπαραγωγής από εισαγόµενα πετρελαϊκά προϊόντα, σε συν δυασµό µε την εκτίναξη των διεθνών τιµών πετρελαίου και των δικαιωµάτων εκποµπών στο Ευρωπαϊκό Σύστηµα Εµπορίας Δικαιωµάτων Εκποµπών (EU ETS), οδήγησαν σε σηµαντικές αυξήσεις στα τιµολόγια ηλεκτρικής ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Με άλλα λόγια, ενώ στον πυρήνα της η κρίση ήταν κρίση φυσικού αερίου για την ηπειρωτική Ευρώπη, για ένα αποµονωµένο νησιωτικό σύστηµα όπως η Κύπρος µεταφράστηκε κυρίως σε κρίση τι µών ηλεκτρισµού και πετρελαϊκών καυσίµων, αναδεικνύοντας την ευπάθεια της χώρας στις διεθνείς διακυµάνσεις τιµών και στην πολιτική των εκποµπών. 

Ευρωπαϊκά µέτρα: REPowerEU και εργαλειοθήκη µέτρων 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση απάντησε στην κρίση φυσικού αερίου και ηλεκτρισµού µε ένα συνδυα σµό στρατηγικών και έκτακτων µέτρων. Κεντρικό ρόλο είχε το σχέδιο REPowerEU, το οποίο στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες πολιτικής, καθώς και µια «εργαλειοθήκη» (toolbox) µέ τρων προσωρινού χαρακτήρα για την προστασία καταναλωτών και επιχειρήσεων. 

Εξοικονόµηση ενέργειας: Η εξοικονόµηση τοποθετήθηκε ως «πρώτο καύσιµο». Η ΕΕ έθεσε στόχο µείωσης της ζήτησης φυσικού αερίου κατά περίπου 15% σε επίπεδο Ένωσης σε σχέση µε τον µέσο όρο των προηγούµενων ετών, µέσω συνδυασµού εθελοντικών και, εφόσον απαιτείτο, υποχρεωτικών µέτρων. Προωθήθηκαν στοχευµένες καµπάνιες ενη µέρωσης για περιορισµό της θέρµανσης/ψύξης, για προσαρµογή της κατανάλωσης στις ώρες εκτός αιχµής και για µείωση της κατανάλωσης ηλεκτρισµού, µε ιδιαίτερη έµφαση στις ώρες υψηλής ζήτησης. Παράλληλα αποφασίστηκε υποχρεωτική µείωση της ζήτησης ηλεκτρισµού κατά τουλάχιστον 5% στις «ακριβές» ώρες αιχµής, µε τα κράτη µέλη να επιλέγουν κατάλληλα εργαλεία (διαχείριση φορτίου, κίνητρα, ρυθµιστικές παρεµ βάσεις). 

Διαφοροποίηση προµηθευτών: Στον άξονα της προσφοράς, στόχος ήταν η ταχεία απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο. Αυξήθηκαν σηµαντικά οι εισαγωγές υγροποιηµένου φυσικού αερίου (LNG) από εναλλακτικούς προµηθευτές (ΗΠΑ, Κατάρ, Νιγηρία κ.ά.), ενισχύθηκαν οι ροές µέσω υφιστάµενων αγωγών από Νορβηγία, Αλγερία και άλλες χώρες, ενώ επισπεύσθηκε η κατασκευή και λειτουργία νέων τερµατικών σταθµών LNG (συµπεριλαµβανοµένων πλωτών µονάδων FSRU). Παράλληλα ενισχύθηκαν οι διασυνοριακές διασυνδέσεις και οι αντιστροφές ροής (reverse flow) στα δίκτυα φυσικού αερίου και ηλεκτρισµού, ώστε να µπορούν τα κράτη µέλη να αλληλοϋποστηρίζονται σε περιόδους κρίσης. Η διαφοροποίηση αφορούσε όχι µόνο τους προµηθευτές, αλλά και τη σταδιακή αντικατάσταση του φυσικού αερίου από άλλες µορφές ενέργειας όπου αυτό ήταν εφικτό. 

Επιτάχυνση ΑΠΕ και εξιλεκτρισµού: Ο τρίτος άξονας επικεντρώθηκε στην επιτάχυνση των επενδύσεων σε ανανεώσιµες πηγές ενέργειας (αιολικά, φωτοβολταϊκά, βιοενέργεια κ.ά.) και στην ενίσχυση της ηλεκτροποίησης σε τοµείς όπως οι µεταφορές και η θέρµανση. Στο πλαίσιο του REPowerEU αυξήθηκαν οι ευρωπαϊκοί στόχοι για το µερίδιο των ΑΠΕ 

στο ενεργειακό µίγµα, απλοποιήθηκαν και επιταχύνθηκαν οι διαδικασίες αδειοδότησης (π.χ. περιοχές «go-to» για ΑΠΕ), και ενισχύθηκαν οι επενδύσεις σε δίκτυα και αποθήκευση (µπαταρίες, αντλησιοταµιεύσεις, υδρογόνο). Η λογική ήταν ότι κάθε πρόσθετη MWh από ΑΠΕ µειώνει την ανάγκη για εισαγωγές ορυκτών καυσίµων και άρα την έκθεση σε γεωπολιτικούς κινδύνους. 

Παράλληλα µε το REPowerEU, η ΕΕ ενεργοποίησε µια σειρά έκτακτων µέτρων («εργαλειο θήκη» µέτρων) µε σκοπό τη σταθεροποίηση των αγορών και την προστασία των καταναλωτών: 

• Θέσπιση ελάχιστων επιπέδων πλήρωσης αποθηκών φυσικού αερίου πριν από κάθε χειµερινή περίοδο (π.χ. στόχος 80%–90%), µε κοινό µηχανισµό παρακολούθησης και αναφοράς. 

• Υποχρεωτικοί και εθελοντικοί στόχοι µείωσης της ζήτησης αερίου και ηλεκτρισµού, σε συνδυασµό µε σχέδια έκτακτης ανάγκης για την περίπτωση σοβαρής έλλειψης. • Μηχανισµοί ανάκτησης «υπερεσόδων» (windfall profits) από παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας και εταιρείες ορυκτών καυσίµων, µε τα έσοδα να ανακατανέµονται σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις µέσω στοχευµένων επιδοτήσεων και κοινωνικών τιµολογίων.

• Προσωρινά ανώτατα όρια στις τιµές χονδρικής φυσικού αερίου σε περίπτωση ακραίων διακυµάνσεων (µηχανισµός περιορισµού ακραίων αιχµών τιµών σε κόµβους όπως το TTF), καθώς και δυνατότητα προσωρινών παρεµβάσεων στις αγορές λιανικής ενέργειας. 

• Ευελιξία στους δηµοσιονοµικούς κανόνες και αξιοποίηση ευρωπαϊκών χρηµατοδοτικών εργαλείων (Ταµείο Ανάκαµψης, REPowerEU facility) για τη στήριξη επενδύσεων σε ΑΠΕ, αποθήκευση, δίκτυα και ενεργειακή απόδοση. 

Η εµπειρία αυτή έδειξε ότι η συνδυασµένη δράση στην προσφορά (διαφοροποίηση), στη ζήτηση (εξοικονόµηση) και στη δοµή του συστήµατος (ΑΠΕ, αποθήκευση, διασυνδέσεις) είναι πιο αποτελεσµατική από µονοδιάστατες λύσεις που εστιάζουν µόνο στην πλευρά της προσφοράς ή µόνο σε βραχυπρόθεσµες επιδοτήσεις τιµών. 

Τρέχουσα κρίση 2026: πόλεµος Ιράν, Στενό Ορµούζ και παγκόσµιες αντιδράσεις 

Φύση και ένταση της κρίσης 

Ο πόλεµος στο Ιράν το 2026 έχει προκαλέσει µία νέα µεγάλη ενεργειακή κρίση µε σαφώς παγκόσµιο χαρακτήρα. Κεντρικό στοιχείο αποτελεί η διαταραχή στη ναυτιλιακή κίνηση στο Στενό του Ορµούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20 % της παγκόσµιας διακίνησης αργού πετρελαίου (περίπου 17–20 εκατ. βαρέλια ηµερησίως ανάλογα µε το έτος) και σηµαντικό µέ ρος των εξαγωγών LNG, ιδιαίτερα από το Κατάρ. Οι επιθέσεις σε τάνκερ, η στρατιωτική παρουσία στην περιοχή και οι ασφαλιστικοί κίνδυνοι οδήγησαν πολλούς πλοιοκτήτες είτε να περιορίσουν τις διελεύσεις είτε να ανακατευθύνουν τα πλοία µέσω µακρύτερων διαδροµών, αυξάνοντας το κόστος και τον χρόνο µεταφοράς. 

Η διακοπή ή σοβαρή µείωση των ροών LNG από το Κατάρ προς την Ευρώπη και την Ασία συνέπεσε µε χαµηλότερα από τα συνήθη επίπεδα αποθήκευσης µετά από βαρύ χειµώνα, ενισχύοντας τις ανησυχίες για επάρκεια εφοδιασµού σε φυσικό αέριο για την επόµενη χειµερινή περίοδο. Πολλά προγραµµατισµένα φορτία LNG ακυρώθηκαν ή καθυστέρησαν, ενώ οι ασιατικές αγορές ανταγωνίζονται πλέον πιο έντονα την Ευρώπη για τα διαθέσιµα φορτία από εναλλακτικούς προµηθευτές, οδηγώντας σε άνοδο των τιµών στα spot hubs. 

Ο IEA χαρακτηρίζει τη διαταραχή αυτή ως τη µεγαλύτερη στην ιστορία της παγκόσµιας αγοράς πετρελαίου, εκτιµώντας µείωση προσφοράς της τάξης του 8 %, ποσοστό µεγαλύτερο από το αντίστοιχο σοκ κατά την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970. Οι τιµές του αργού πετρελαίου εκτινάχθηκαν αρχικά πάνω από τα 110–120 δολάρια/βαρέλι, ενώ οι ευρωπαϊκές τιµές φυσικού αερίου (TTF) ανέκαµψαν πάνω από τα 60 €/MWh, αντιστρέφοντας µέρος της αποκλιµάκωσης που είχε σηµειωθεί µετά την κρίση Ρωσίας–Ουκρανίας. Παρότι σε πραγµα τικούς (πληθωριστικά προσαρµοσµένους) όρους τα επίπεδα τιµών δεν έχουν ακόµη φθάσει τα αντίστοιχα της δεκαετίας του 1970, η ταχύτητα και η ένταση της διαταραχής, καθώς και η ταυτόχρονη επίδραση σε πετρέλαιο και LNG, έχουν οδηγήσει τον IEA και άλλους οργα νισµούς να τη χαρακτηρίσουν ως τη σοβαρότερη δοκιµασία για την παγκόσµια ενεργειακή ασφάλεια µέχρι σήµερα. 

Η αγορά χαρακτηρίζεται από έντονη µεταβλητότητα, µε κύµατα ανόδου και προσωρινής αποκλιµάκωσης των τιµών ανάλογα µε τις ειδήσεις για τη στρατιωτική κατάσταση, τις αποφάσεις του OPEC και τις ανακοινώσεις για απελευθέρωση στρατηγικών αποθεµάτων από τις χώρες του OECD. Η αβεβαιότητα αυτή µεταφέρεται ήδη σε αυξηµένο κόστος καυσίµων, ηλε κτρισµού και µεταφορών διεθνώς, µε ορατούς κινδύνους για επιβράδυνση της παγκόσµιας οικονοµικής δραστηριότητας, ενίσχυση του πληθωρισµού και αναζωπύρωση συζητήσεων για δελτίο κατανάλωσης σε ακραίο σενάριο. 

Άµεσα διεθνή µέτρα: IEA, αποθέµατα, παραγωγή 

Σε διεθνές επίπεδο, ο Διεθνής Οργανισµός Ενέργειας (IEA) και οι χώρες–µέλη του ενεργοποίησαν για ακόµη µία φορά τον µηχανισµό συλλογικής δράσης που δηµιουργήθηκε µετά την κρίση της δεκαετίας του 1970. Οι 32 χώρες–µέλη συµφώνησαν σε ιστορική απελευθέρωση περίπου 400 εκατ. βαρελιών πετρελαίου από τα στρατηγικά τους αποθέµατα, την µεγαλύτερη επιχείρηση αυτού του είδους στην ιστορία του IEA, µε στόχο να µετριαστεί το αρχικό σοκ τι µών και να διασφαλιστεί επάρκεια εφοδιασµού σε περίπτωση παράτασης του αποκλεισµού στο Στενό του Ορµούζ. Η απόφαση αυτή υπερδιπλασιάζει σε κλίµακα την προηγούµενη συ ντονισµένη απελευθέρωση 182,7 εκατ. βαρελιών το 2022 µετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, υπογραµµίζοντας τη σοβαρότητα της τρέχουσας κρίσης. 

Συνολικά, τα µέλη του IEA διαθέτουν πάνω από 1,2 δισ. βαρέλια δηµόσιων στρατηγικών αποθεµάτων, καθώς και περίπου 600 εκατ. βαρέλια πρόσθετων αποθεµάτων που τηρούνται από τη βιοµηχανία υπό κρατική υποχρέωση. Με βάση τις διαθέσιµες εκτιµήσεις, τα σωρευ µένα αποθέµατα των χωρών του OECD θα µπορούσαν, εφόσον χρησιµοποιηθούν συντονι σµένα, να υποκαταστήσουν για περίπου εννέα µήνες ένα σηµαντικό µέρος των ροών που χάνονται από το Στενό του Ορµούζ, αν και δεν επαρκούν για πλήρη αντιστάθµιση της συνολικής διαταραχής. Η απελευθέρωση των 400 εκατ. βαρελιών αναµένεται να γίνει σε δόσεις, µε κάθε χώρα να καθορίζει τον ρυθµό άντλησης ανάλογα µε τις εθνικές της συνθήκες, ώστε να αποφευχθεί υπερβολική αποστράγγιση των αποθεµάτων στην αρχή της κρίσης. 

Παράλληλα, χώρες–µέλη του OPEC, και ιδίως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωµένα Αραβικά Εµιράτα, ανακοίνωσαν αύξηση της παραγωγής τους, αξιοποιώντας µέρος της διαθέσι µης πλεονάζουσας ικανότητας (spare capacity), προκειµένου να αντισταθµίσουν ένα τµήµα της απώλειας προσφοράς από άλλους παραγωγούς της περιοχής. Η αύξηση αυτή, αν και δεν µπορεί να καλύψει πλήρως τον όγκο που διέρχεται κανονικά από το Στενό του Ορµούζ, συνέβαλε στον περιορισµό του βάθους του σοκ και έστειλε σήµα στις αγορές ότι οι βασικοί παραγωγοί είναι διατεθειµένοι να χρησιµοποιήσουν τα διαθέσιµα εργαλεία για τη σταθεροποίηση της κατάστασης. Ο συνδυασµός της συντονισµένης απελευθέρωσης αποθεµάτων από τον IEA και της αυξηµένης παραγωγής από επιλεγµένα µέλη του OPEC λειτούργησε ως «γέφυρα» για τις πρώτες εβδοµάδες της κρίσης, µειώνοντας τον κίνδυνο άµεσης, ανεξέλεγκτης εκτίναξης τιµών και επιτρέποντας στις αγορές να προσαρµοστούν στη νέα πραγµατικότητα. 

Εθνικά και περιφερειακά µέτρα: δελτίο, τετραήµερη εργασία, τηλεργασία 

Το ρεπερτόριο µέτρων που εφαρµόζεται σήµερα συνδυάζει στοιχεία που θυµίζουν τη δεκαετία του 1970 µε σύγχρονα εργαλεία διαχείρισης ζήτησης και οργάνωσης της εργασίας. Σε αντίθεση µε το παρελθόν, όπου το βάρος δινόταν σχεδόν αποκλειστικά σε «σκληρό» δελτίο και διοικητικούς περιορισµούς, σήµερα πολλά κράτη δίνουν έµφαση σε µέτρα που µειώνουν τις µετακινήσεις και την ανάγκη για καύσιµα µέσω αλλαγών στην εργασία και στην καθη µερινή συµπεριφορά: 

Δελτίο καυσίµων: Ορισµένες χώρες προχώρησαν ήδη σε µέτρα κλασικού δελτίου. Η Σλοβενία επέβαλε ανώτατο όριο 50 λίτρων ανά εβδοµάδα στην προµήθεια καυσίµων για ιδιώτες οδηγούς, µε υψηλότερα όρια (π.χ. 200 λίτρα) για επαγγελµατίες µεταφορείς και αγρότες, ώστε να προστατευθεί η εφοδιαστική αλυσίδα και ο πρωτογενής τοµέας. Η Σλοβακία, αν και δεν επέβαλε πλήρες δελτίο, υιοθέτησε µέτρα κατά της αποθεµατο ποίησης ντίζελ (π.χ. απαγόρευση πώλησης καυσίµου σε δοχεία πέρα από συγκεκριµένο όγκο, αυξηµένους ελέγχους σε πρατήρια), µε στόχο να αποτραπεί τεχνητή έλλειψη που θα µπορούσε να οξύνει περαιτέρω την κρίση. Σε άλλες χώρες έχουν εξεταστεί ή προε τοιµαστεί σχέδια «ήπιου δελτίου», τα οποία ενεργοποιούνται µόνο αν οι διαταραχές στο Στενό του Ορµούζ παραταθούν. 

Τετραήµερη εργασία και τηλεργασία: Σε κράτη µε έντονη εξάρτηση από εισαγόµενα καύσιµα για µεταφορές, όπως το Πακιστάν, η Σρι Λάνκα και οι Φιλιππίνες, οι κυβερνήσεις υιοθέτησαν τετραήµερη εργασία στο δηµόσιο τοµέα (και ενθάρρυναν αντίστοιχες ρυθ µίσεις στον ιδιωτικό), µε σκοπό να µειωθούν οι καθηµερινές µετακινήσεις, η κατανάλωση καυσίµων και η ζήτηση για ηλεκτρισµό σε ώρες αιχµής. Η ΕΕ, µέσω συστάσεων και επικαιροποιηµένων οδηγιών, προτρέπει τα κράτη µέλη να αξιοποιήσουν µαζικά την τηλεργασία όπου είναι εφικτό, να µειώσουν τα επαγγελµατικά ταξίδια (ιδίως αεροπορικά) και να ενθαρρύνουν την αντικατάσταση των ηµερήσιων µετακινήσεων µε ψηφιακές συναντήσεις, ιδίως στον δηµόσιο τοµέα και στις µεγάλες επιχειρήσεις. Τα µέτρα αυτά θεωρούνται «win–win», καθώς µειώνουν άµεσα την κατανάλωση καυσίµων µετα φορών χωρίς να απαιτούν οριζόντιο κλείσιµο της οικονοµικής δραστηριότητας. 

Περιορισµός κλιµατισµού και κατανάλωσης: Σε αρκετές χώρες έχουν τεθεί συγκεκριµέ να όρια στη χρήση κλιµατισµού και θέρµανσης σε δηµόσια κτίρια (π.χ. ελάχιστη επιτρεπτή θερµοκρασία θέρµανσης τον χειµώνα, µέγιστη επιτρεπτή θερµοκρασία ψύξης το καλοκαίρι), καθώς και υποχρεωτικός περιορισµός του διακοσµητικού φωτισµού σε µνηµεία, βιτρίνες και διαφηµιστικές πινακίδες. Ορισµένα κράτη έχουν προχωρήσει σε µειωµένα ωράρια λειτουργίας εµπορικών κέντρων και κέντρων ψυχαγωγίας, ή σε σύσταση για «σβήσιµο» µη απαραίτητων φορτίων σε συγκεκριµένες ώρες, µε στόχο τη µείωση της ζήτησης ηλεκτρισµού σε περιόδους αιχµής και τη µείωση χρήσης καυσίµων σε θερµικούς σταθµούς. Οι κατευθυντήριες γραµµές του IEA προτείνουν τέτοιους περιο ρισµούς ως χαµηλού κόστους µέτρα που µπορούν να υλοποιηθούν γρήγορα, µε σχετικά µικρή επίπτωση στην ποιότητα ζωής σε σχέση µε εναλλακτικές όπως το γενικευµένο δελτίο. 

Αεροπορικά ταξίδια και κατανάλωση jet fuel: Η παγκόσµια κρίση εφοδιασµού σε πετρέλαιο και ιδιαίτερα σε jet fuel έχει ήδη οδηγήσει σε περιορισµό και αναδιάρθρωση των αεροπορικών ταξιδιών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλεί τους πολίτες να µειώσουν τα µη απαραίτητα αεροπορικά ταξίδια και να προτιµούν εναλλακτικά µέσα ή τηλεδιασκέψεις, υιοθετώντας τις συστάσεις του IEA για µείωση της ζήτησης σε καύσιµα αεροπορίας. Αεροπορικές εταιρείες σε Ευρώπη και Ασία (π.χ. Lufthansa, SAS, Ryanair, Korean Air) έχουν ήδη ανακοινώσει ακυρώσεις πτήσεων, µείωση συχνοτήτων και περικοπές χωρητικότητας, καθώς οι τιµές jet fuel έχουν σχεδόν διπλασιαστεί και αναµένονται ελλείψεις καυσί µου σε ορισµένα αεροδρόµια εάν η κρίση παραταθεί. Στις κατευθυντήριες γραµµές του IEA περιλαµβάνεται ρητά η σύσταση για αποφυγή µη ουσιωδών αεροπορικών ταξιδιών και µείωση των επαγγελµατικών πτήσεων, ώστε να περιοριστεί η ζήτηση jet fuel και να διατηρηθούν επαρκή αποθέµατα για κρίσιµες µεταφορές και ανθρωπιστικές αποστολές. 

Ο IEA έχει δηµοσιοποιήσει µια ολοκληρωµένη δέσµη µέτρων στην πλευρά της ζήτησης, η οποία περιλαµβάνει µείωση ορίων ταχύτητας, συστήµατα µονών–ζυγών πινακίδων, εκτετα µένη τηλεργασία, προώθηση δηµόσιων µεταφορών, καθώς και βελτιωµένη οδήγηση (eco– driving). Η ανάλυσή του δείχνει ότι, εάν εφαρµοστούν ταυτόχρονα σε πολλές χώρες, τα µέτρα αυτά µπορούν να µειώσουν σηµαντικά τη βραχυπρόθεσµη κατανάλωση πετρελαίου, περιορίζοντας την ένταση της κρίσης χωρίς να απαιτηθούν πλήρους κλίµακας δελτία τύπου δεκαετίας 1970. 

Ευρωπαϊκή απάντηση: προετοιµασία για παρατεταµένη κρίση 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιµετωπίζει τη νέα κρίση ως δεύτερο µεγάλο ενεργειακό σοκ µετά το 2022, µε τον Επίτροπο Ενέργειας και άλλους θεσµικούς παράγοντες να προειδοποιούν ότι η διαταραχή στις αγορές ενέργειας µπορεί να είναι παρατεταµένη και να εξελιχθεί σε «τεστ αντοχής» για το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστηµα και την οικονοµία. Στις παρεµβάσεις της Επιτροπής υπογραµµίζεται ότι τα κράτη µέλη πρέπει να είναι έτοιµα να επαναφέρουν ή να ενισχύσουν τα µέτρα της περιόδου 2022–23 (REPowerEU, έκτακτες ρυθµίσεις αγορών, στοχευ µένα σχήµατα στήριξης), όχι ως προσωρινές εξαιρέσεις αλλά ως µέρος ενός πιο µακροπρό θεσµου πλαισίου ενεργειακής ασφάλειας. 

Μείωση µετακινήσεων, τηλεργασία και εξοικονόµηση ενέργειας: Η Επιτροπή, σε συντο νισµό µε τον IEA, απευθύνει έκκληση στους πολίτες και στις επιχειρήσεις για περιο ρισµό των µη απαραίτητων µετακινήσεων, ιδιαίτερα των αεροπορικών ταξιδιών και της χρήσης ιδιωτικών αυτοκινήτων, και για ευρεία χρήση της τηλεργασίας όπου είναι εφικτό. Οι κυβερνήσεις καλούνται να επαναφέρουν ή να ενισχύσουν καµπάνιες εξοικονόµησης ενέργειας σε κατοικίες και χώρους εργασίας (ορθολογική χρήση θέρµαν σης/ψύξης, µείωση περιττού φωτισµού, µετατόπιση κατανάλωσης εκτός ωρών αιχµής), αξιοποιώντας την εµπειρία των µέτρων ζήτησης της περιόδου 2022–23 και τις επικαιρο ποιηµένες κατευθυντήριες γραµµές του IEA. 

Πρόωρη πλήρωση αποθηκών φυσικού αερίου: Δεδοµένης της µείωσης ή αναστολής παραδόσεων LNG από το Κατάρ και της σχεδιαζόµενης πλήρους απεξάρτησης από το ρωσικό LNG µέχρι το 2027, η ΕΕ δίνει ιδιαίτερη έµφαση στην πρόωρη και συντονισµένη πλήρωση των αποθηκών φυσικού αερίου ενόψει του επόµενου χειµώνα. Η εµπειρία του 2022–23 έδειξε ότι υψηλά επίπεδα αποθήκευσης πριν την έναρξη της χειµερινής περιόδου είναι κρίσιµα για την αποφυγή εκρηκτικών αυξήσεων τιµών και για την αποθάρρυνση κερδοσκοπίας στις αγορές χονδρικής. Η Επιτροπή εξετάζει την προσαρµογή των στόχων πλήρωσης (π.χ. πάνω από 90% µέχρι συγκεκριµένη ηµεροµηνία) και τη χρήση 

κοινών εργαλείων προµήθειας, ώστε να αποφευχθεί ο «εσωτερικός ανταγωνισµός» µεταξύ κρατών µελών για τα διαθέσιµα φορτία LNG. 

Πιθανή επανενεργοποίηση µέτρων του 2022: Στο τραπέζι βρίσκεται η επανενεργοποίηση ή ενίσχυση µέτρων που υιοθετήθηκαν το 2022, όπως: 

• προσωρινοί µηχανισµοί περιορισµού των ακραίων αιχµών τιµών φυσικού αερίου (gas price cap), 

• µηχανισµοί ανάκτησης «υπερεσόδων» από παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας και εταιρείες ορυκτών καυσίµων, µε στόχο τη χρηµατοδότηση στοχευµένων µέτρων στήριξης, και 

• υποχρεωτικοί στόχοι µείωσης ζήτησης ηλεκτρισµού στις ακριβές ώρες αιχµής. Η εφαρµογή τέτοιων µέτρων συζητείται σε συνάρτηση µε την ένταση και τη διάρκεια της κρίσης, µε έµφαση στην ανάγκη να προστατευτούν οι ευάλωτοι καταναλωτές χωρίς να υπονοµευθούν τα µακροπρόθεσµα σήµατα επένδυσης σε ΑΠΕ και υποδοµές. 

Επιτάχυνση επενδύσεων ΑΠΕ, αποθήκευση και πυρηνικής ενέργεια: Σε στρατηγικό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί ότι η βιώσιµη απάντηση στην εξάρτηση από εισα γόµενα ορυκτά καύσιµα είναι η επιτάχυνση της ενεργειακής µετάβασης: περισσότερες ΑΠΕ, ενισχυµένα δίκτυα, αυξηµένη αποθήκευση ενέργειας και, όπου επιλέγεται από τα κράτη µέλη, αξιοποίηση της πυρηνικής ενέργειας. Η νέα «δέσµη για τα δίκτυα» (Grids Package) και η επικαιροποίηση των εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίµα (NECPs) στοχεύουν στο να διευκολύνουν την ταχύτερη σύνδεση έργων ΑΠΕ, την ανάπτυξη αποθήκευσης (µπαταρίες, αντλησιοταµίευση, υδρογόνο) και την ενίσχυση των διασυνοριακών διασυνδέσεων ηλεκτρισµού, ώστε η Ευρώπη να µπορεί να απορροφά καλύτερα τα σοκ προσφοράς και ζήτησης. Παράλληλα, ορισµένα κράτη µέλη επαναξιολογούν τον ρόλο της πυρηνικής ενέργειας ως πηγής βασικού φορτίου χαµηλών εκ ποµπών, στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής για κλιµατική ουδετερότητα και ενεργειακή ασφάλεια. 

Η ευρωπαϊκή προσέγγιση για προετοιµασία σε παρατεταµένη κρίση προσφέρει ένα πλαίσιο αναφοράς για τον εθνικό σχεδιασµό της Κύπρου, συνδυάζοντας βραχυπρόθεσµη διαχείριση τιµών και εφοδιασµού µε µακροπρόθεσµες επιλογές που µειώνουν διαχρονικά την ευπάθεια σε τέτοιες διαταραχές. 

Ειδική διάσταση για την Κύπρο 

Ιδιαιτερότητες του κυπριακού ενεργειακού συστήµατος 

Το κυπριακό ενεργειακό σύστηµα χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά υψηλή εξάρτηση από εισα γόµενα πετρελαϊκά προϊόντα σε όλους σχεδόν τους τοµείς, µε αποτέλεσµα η χώρα να συγκαταλέγεται στις πιο πετρελαιοεξαρτηµένες και ενεργειακά εισαγωγοεξαρτηµένες οικονοµίες της ΕΕ (περίπου 86% της διαθέσιµης ενέργειας από πετρέλαιο και παράγωγα, συνολική εξάρτηση από εισαγωγές γύρω στο 88%). Στον ηλεκτρισµό, η παραγωγή βασίζεται ακόµη κατά κύριο λόγο σε µονάδες µαζούτ και ντίζελ, µε σχετικά περιορισµένο, αν και αυξανόµενο, µερίδιο

Πηγή: https://energypress.gr/




ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ