Ναταλία Κοντώση
Η ανακοίνωση για εκεχειρία δύο εβδομάδων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, έφερε μία αρχική ανακούφιση, ωστόσο η αβεβαιότητα παραμένει, κάτι το οποίο αποτυπώθηκε και στις έντονες διακυμάνσεις στις τιμές.
Πάντως, ακόμα και στο πιο θετικό σενάριο, κατά το οποίο η κατάπαυση του πυρός θα ισχύει και θα οδηγήσει σε διαπραγματεύσεις που μπορεί να τερματίσουν τον πόλεμο (ένα σενάριο με απειροελάχιστες –αν όχι μηδαμινές- πιθανότητες) η ανακούφιση στα πρατήρια καυσίμων και στους λογαριασμούς ενέργειας των νοικοκυριών στην Ευρώπη αναμένεται να καθυστερήσει. Κι αυτό γιατί μια σειρά παραγόντων μπορούν να κρατήσουν τις τιμές στην ήπειρο σε υψηλά επίπεδα για μήνες — ή ακόμη και χρόνια.
Με μια πρώτη ματιά, η Ευρώπη φαίνεται να έχει περιορισμένη έκθεση στα Στενά του Ορμούζ, το στενό θαλάσσιο πέρασμα που βρέθηκε στο επίκεντρο της κρίσης. Η περιοχή εισάγει μόνο ένα μικρό ποσοστό του πετρελαίου και του φυσικού αερίου της απευθείας μέσω των Στενών. Ωστόσο, στο σημερινό βαθιά διασυνδεδεμένο παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα, ακόμη και μακρινές διαταραχές μπορούν να έχουν ισχυρές επιπτώσεις. Η πρόσφατη σύγκρουση κατέδειξε ότι η ευπάθεια της Ευρώπης δεν έγκειται τόσο στην άμεση εξάρτηση, όσο στην έκθεσή της στις παγκόσμιες τιμολογιακές δυναμικές.
Το μεγαλύτερο πετρελαϊκό σοκ
Η κλίμακα της διαταραχής υπήρξε πρωτοφανής. Τα πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές στον Κόλπο, σε συνδυασμό με το σχεδόν κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, προκάλεσαν αυτό που οι αναλυτές χαρακτηρίζουν ως το μεγαλύτερο σοκ προσφοράς στην ιστορία της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου. Παρότι η εκεχειρία αποκατέστησε έναν βαθμό σταθερότητας, οι ζημιές σε εγκαταστάσεις παραγωγής και δίκτυα μεταφοράς αναμένεται να έχουν μακροχρόνιες συνέπειες — ιδιαίτερα για το φυσικό αέριο.
Οι αγορές πετρελαίου αντέδρασαν έντονα με το ξέσπασμα των εχθροπραξιών. Οι τιμές εκτινάχθηκαν από περίπου 72–73 δολάρια το βαρέλι πριν τον πόλεμο σε σχεδόν 120 δολάρια στο αποκορύφωμά τους. Αν και η εκεχειρία οδήγησε σε πτώση περίπου στα 93 δολάρια, το επίπεδο αυτό παραμένει σημαντικά υψηλότερο από τα προ της σύγκρουσης επίπεδα. Για την Ευρώπη, που εισάγει περίπου το 80–85% του πετρελαίου της, τέτοιες αυξήσεις μεταφράζονται γρήγορα σε υψηλότερο κόστος σε ολόκληρη την οικονομία.
Οι πηγές εισαγωγών πετρελαίου της Ευρώπης είναι διαφοροποιημένες, με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Νορβηγία και το Καζακστάν να συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους προμηθευτές. Ωστόσο, η διαφοροποίηση δεν προστατεύει την περιοχή από παγκόσμιους κραδασμούς τιμών. Το πετρέλαιο τιμολογείται σε διεθνείς αγορές και οι διαταραχές οπουδήποτε — ιδιαίτερα σε έναν κρίσιμο διάδρομο όπως τα Στενά του Ορμούζ — επηρεάζουν τις τιμές παντού.
Το φυσικό αέριο
Ανάλογη είναι η εικόνα και στις αγορές φυσικού αερίου. Οι ευρωπαϊκές τιμές αυξήθηκαν σημαντικά μετά την έναρξη της σύγκρουσης, από περίπου 35,5 ευρώ ανά μεγαβατώρα σε κορυφές άνω των 60 ευρώ, πριν υποχωρήσουν γύρω στα 44 ευρώ μετά την εκεχειρία. Αν και ο άμεσος πανικός έχει υποχωρήσει, οι τιμές παραμένουν αισθητά υψηλότερες από τα προπολεμικά επίπεδα, αντανακλώντας τις συνεχιζόμενες ανησυχίες για περιορισμούς στην προσφορά.
Ο τρόπος τιμολόγησης
Ένας από τους βασικούς λόγους που οι τιμές ενέργειας παραμένουν επίμονα υψηλές είναι ο τρόπος με τον οποίο μετακυλίονται στους καταναλωτές. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζονται από την ακριβότερη πηγή παραγωγής — συχνά τους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μικρές αυξήσεις στις τιμές του αερίου μπορούν να έχουν δυσανάλογα μεγάλες επιπτώσεις στους λογαριασμούς ρεύματος.
Η επίδραση είναι τόσο άμεση όσο και έμμεση. Οι υψηλότερες τιμές αερίου αυξάνουν το κόστος θέρμανσης για τα νοικοκυριά, ενώ ταυτόχρονα ανεβάζουν το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Σε χώρες όπως η Γερμανία, οι τιμές χονδρικής του φυσικού αερίου επηρεάζουν σημαντικά τόσο τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος όσο και τους λογαριασμούς αερίου των νοικοκυριών, με επιπλέον επιβαρύνσεις από φόρους, χρεώσεις δικτύου και άλλες δαπάνες.
Οι αυξήσεις στις τιμές πετρελαίου μεταφέρονται επίσης στους καταναλωτές, αν και με κάποια χρονική καθυστέρηση. Μια αύξηση κατά 10 δολάρια στην τιμή του αργού πετρελαίου προσθέτει συνήθως μεταξύ τριών και έξι λεπτών του ευρώ ανά λίτρο στην αντλία, ανάλογα με το φορολογικό σύστημα κάθε χώρας. Οι συναλλαγματικές ισοτιμίες παίζουν επίσης ρόλο: καθώς το πετρέλαιο τιμολογείται σε δολάρια ΗΠΑ, ένα ασθενέστερο ευρώ αυξάνει το κόστος για τους Ευρωπαίους αγοραστές ακόμη και αν οι διεθνείς τιμές παραμένουν αμετάβλητες.
Περιορισμένα εργαλεία
Οι κυβερνήσεις διαθέτουν εργαλεία για να μετριάσουν αυτές τις επιπτώσεις, όπως επιδοτήσεις, μειώσεις φόρων και στρατηγικά αποθέματα. Οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν επίσης πρόσβαση σε ένα συλλογικό απόθεμα εκατοντάδων εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου. Ωστόσο, τέτοια μέτρα μπορούν να προσφέρουν μόνο προσωρινή ανακούφιση και δεν αντιμετωπίζουν την υποκείμενη ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης που διατηρεί τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.
Πράγματι, η φυσική διαταραχή της προσφοράς είναι μόνο ένα μέρος της εξίσωσης. Η ψυχολογία της αγοράς και η αβεβαιότητα παίζουν επίσης καθοριστικό ρόλο. Οι επενδυτές δεν λαμβάνουν υπόψη μόνο τα τρέχοντα επίπεδα προσφοράς, αλλά και τον κίνδυνο μελλοντικών διαταραχών. Ακόμη και με την εκεχειρία σε ισχύ, οι αμφιβολίες για τη διάρκειά της συνεχίζουν να προσθέτουν ένα «ασφάλιστρο κινδύνου» στις τιμές ενέργειας.
Τα ασφάλιστρα κινδύνου
Το κόστος μεταφοράς έχει συμβάλει σημαντικά σε αυτό το ασφάλιστρο. Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι ναύλοι των πετρελαιοφόρων εκτοξεύθηκαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, αντανακλώντας τόσο την αυξημένη ζήτηση για εναλλακτικές διαδρομές όσο και τους αυξημένους κινδύνους στην περιοχή του Κόλπου. Τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου για πλοία που κατευθύνονταν προς την περιοχή αυξήθηκαν επίσης δραματικά, ενισχύοντας περαιτέρω το κόστος μεταφοράς πετρελαίου. Παρότι τα κόστη αυτά έχουν αρχίσει να υποχωρούν μετά την εκεχειρία, παραμένουν αυξημένα. Η πλήρης επιστροφή στα προπολεμικά επίπεδα θα απαιτήσει όχι μόνο διατηρήσιμη ειρήνη αλλά και σαφή απόδειξη ότι οι θαλάσσιες οδοί είναι ασφαλείς. Μέχρι τότε, τα αυξημένα κόστη μεταφοράς και ασφάλισης θα συνεχίσουν να αντικατοπτρίζονται στις τιμές ενέργειας.
Ανησυχητικές προοπτικές
Οι προοπτικές για το φυσικό αέριο είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές. Η σύγκρουση διέκοψε σοβαρά την παγκόσμια προσφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), με σημαντικούς όγκους είτε να μπλοκάρονται είτε να χάνονται. Οι ζημιές σε βασικές υποδομές στον Κόλπο, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων εγκαταστάσεων παραγωγής LNG, επιδείνωσαν περαιτέρω την κατάσταση.
Ακόμη και αν η ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ αποκατασταθεί πλήρως, η φυσική διαθεσιμότητα αερίου ενδέχεται να παραμείνει περιορισμένη για χρόνια. Ορισμένες εγκαταστάσεις αναμένεται να χρειαστούν μήνες — ή και περισσότερο — για να επανέλθουν σε πλήρη λειτουργία. Στο μεταξύ, ο παγκόσμιος ανταγωνισμός για LNG εντείνεται.
Η αυξανόμενη εξάρτηση της Ευρώπης από το LNG την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη σε τέτοιες διαταραχές. Περίπου το 40% της προμήθειας φυσικού αερίου προέρχεται πλέον από LNG, γεγονός που συνδέει την περιοχή πιο στενά με τις παγκόσμιες αγορές. Καθώς η Ευρώπη προσπαθεί να αναπληρώσει τα αποθέματά της, πρέπει να ανταγωνιστεί την Ασία και άλλες περιοχές για περιορισμένες ποσότητες. Αυτός ο ανταγωνισμός είναι πιθανό να διατηρήσει τις τιμές υψηλές, ακόμη και χωρίς νέους γεωπολιτικούς κραδασμούς.
Κοιτάζοντας προς το μέλλον, μια συνολική ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν θα μπορούσε να προσφέρει κάποια ανακούφιση. Πρόσθετες ποσότητες πετρελαίου θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην αγορά σχετικά γρήγορα, εφόσον χαλαρώσουν οι κυρώσεις και οι υποδομές παραμείνουν άθικτες. Ωστόσο, ακόμη και στο καλύτερο σενάριο, η πορεία προς χαμηλότερες τιμές αναμένεται να είναι σταδιακή.
Τα αποθέματα
Η αναπλήρωση των αποθεμάτων θα απαιτήσει χρόνο, ιδιαίτερα μετά από μια παρατεταμένη περίοδο διαταραχών. Ταυτόχρονα, οι κατεστραμμένες υποδομές στην περιοχή του Κόλπου θα χρειαστούν εκτεταμένες επισκευές, περιορίζοντας περαιτέρω την προσφορά. Οι παράγοντες αυτοί υποδηλώνουν ότι οι αγορές ενέργειας θα παραμείνουν πιεσμένες στο άμεσο μέλλον.
Ίσως το σημαντικότερο είναι ότι η αβεβαιότητα θα συνεχίσει να διαμορφώνει τη δυναμική των αγορών. Ακόμη και μια επίσημη ειρηνευτική συμφωνία μπορεί να μην εξαλείψει πλήρως τις ανησυχίες για μελλοντική αστάθεια. Οι κίνδυνοι στη ναυσιπλοΐα, τα κόστη ασφάλισης και οι γεωπολιτικές εντάσεις ενδέχεται να παραμείνουν, θέτοντας ένα «κατώφλι» στις τιμές.
Για τους Ευρωπαίους καταναλωτές, αυτό σημαίνει ότι η πρόσφατη εκεχειρία δύσκολα θα μεταφραστεί σε άμεσες μειώσεις. Αν και το χειρότερο της κρίσης μπορεί να έχει περάσει, οι επιπτώσεις της εξακολουθούν να γίνονται αισθητές. Οι τιμές ενέργειας αναμένεται να παραμείνουν πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα, αντανακλώντας τόσο τις μακροχρόνιες συνέπειες των διαταραχών στην προσφορά όσο και τη διαρκή επιρροή των παγκόσμιων αγορών.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αντιμετωπίζουν μια λεπτή ισορροπία. Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα μπορούν να ανακουφίσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αλλά οι μακροπρόθεσμες λύσεις απαιτούν βαθύτερες διαρθρωτικές αλλαγές. Η διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας, οι επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές και η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας θα είναι καθοριστικής σημασίας για τη μείωση της ευπάθειας της Ευρώπης σε εξωτερικά σοκ.
Πηγή: https://energypress.gr/