Το Σάββατο ξεκίνησε με ένα ψίθυρο. Μέχρι το βράδυ έγινε βοή στην πόλη.
Ο Ηλίας διακομίστηκε στη Θεσσαλονίκη.
Ποιος Ηλίας;
Ποιος Ηλίας βοηθούσε με τους προσκόπους;
Ποιος Ηλίας έτρεχε με την ‘Κόζιανη’;
Ποιος Ηλίας ανησυχούσε για την ομάδα;
Ποιος Ηλίας έτρεχε και βοηθούσε και το γνώριζε μόνο αυτός; Όποια ώρα.
Ποιος Ηλίας είχε μια καλή κουβέντα για όλους; Μα για όλους!
Ποιος Ηλίας…
Ποιος Ηλίας…
Ποιος Ηλίας…
Η εικόνα γνώριμη σε όλους. Το πρόσωπο οικείο.
Η θλίψη διάχυτη. Κοινή.
Τη Δευτέρα νέα βοή.
Ο Ηλίας μας άφησε.
Η βοή έγινε σιγή.
Πέμπτη μεσημέρι. Ο χρόνος στην πόλη παγώνει.
Ο Αι Γιώργης γεμάτος. Μέσα και έξω.
Κόσμος πολύς. Δεν κρύβει το δάκρυ του.
(«Τα στερνά τιμούν τα πρώτα». Αλήθεια είναι.)
Πέντε μέρες μετά, ο χρόνος δεν βοήθησε να στερέψει το δάκρυ.
Μα πόσο χρόνο κρατάει το δάκρυ; Όσο η αιτία που το προκαλεί.
Πρόσφερε χρόνο, κόπο, ψυχή. Αγωνία για τον άνθρωπο, για την πόλη. Το βλέμμα στην Έφη, στα παιδιά. Μια διαδρομή, θυσία.
Συνειδητά αναλώθηκε με χαρά.
Και η θυσία αυτή γεννά μια ενδόμυχη προσδοκία. Μια ανείπωτη ελπίδα. Μια παρηγορητική βεβαιότητα.
Ο Ηλίας ανέβηκε την κλίμακα από τη γη στο Φως.
Ολόκληρη.
Άνετα.
Ως υπεραθλητής.
Και στο τελευταίο σκαλοπάτι , το σκαλοπάτι της υπέρτατης προσφοράς, όταν τίποτε άλλο δεν έμενε να δώσει, χάρισε τα σπλάχνα του και μοίρασε ζωή.
Νίκησε το θάνατο.
Πρωταθλητής πλέον.
Άξιος.
Καλή Ανάσταση φίλε μου.
Γιάννης Γκουντιός
Πηγή: Συντακτική ομάδα PtolemaidaNews.gr