Έντονες διακυμάνσεις και μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών αγορών χαρακτηρίζουν τις τελευταίες ημέρες τη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με τη Νοτιοανατολική Ευρώπη να βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν συνδυασμό παραγόντων που διατηρούν τις τιμές σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Παρότι στην Ελλάδα καταγράφεται σήμερα σημαντική αποκλιμάκωση, η εικόνα στις γειτονικές αγορές παραμένει διαφορετική, καθώς οι τιμές σε αρκετές χώρες εξακολουθούν να υπερβαίνουν τα 220 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι οι ανατιμήσεις δεν οφείλονται αποκλειστικά στο αυξημένο κόστος του φυσικού αερίου, αλλά συνδέονται και με τις συνθήκες ηλεκτροπαραγωγής, την παρατεταμένη ξηρασία και τους περιορισμούς στη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των χωρών.
Ειδικότερα, η ελληνική αγορά, μετά τη χθεσινή εκτίναξη στα 224,57 ευρώ/MWh, εμφανίζει σήμερα υποχώρηση κατά 38,13%, με την τιμή να διαμορφώνεται στα 138,95 ευρώ/MWh. Πρόκειται για μείωση της τάξης των 85,62 ευρώ μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο, η οποία καταδεικνύει το μέγεθος της μεταβλητότητας που επικρατεί στη χονδρεμπορική αγορά.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η Σερβία καταγράφει νέα άνοδο 3%, με την τιμή να φτάνει τα 234,67 ευρώ/MWh, ενώ στην Αυστρία διαμορφώνεται στα 223,28 ευρώ, αυξημένη κατά 7%, και στη Σλοβενία στα 222,15 ευρώ, με άνοδο 4%.
Αυξητικές τάσεις εμφανίζονται και στις αγορές της Δυτικής Ευρώπης, με τη Γερμανία στα 174,03 ευρώ/MWh, τη Γαλλία στα 191,12 ευρώ και το Βέλγιο στα 197,82 ευρώ. Αντίθετα, σημαντικά χαμηλότερα κινούνται οι τιμές στη Βόρεια Ευρώπη, με τη Φινλανδία στα 28,74 ευρώ και τις δύο βόρειες ζώνες της Σουηδίας στα 28,39 και 44,80 ευρώ/MWh αντίστοιχα.
Οι αποκλίσεις αυτές αποτυπώνουν τις διαφορετικές συνθήκες προσφοράς και ζήτησης ανά περιοχή, αλλά και τις αδυναμίες του ευρωπαϊκού συστήματος να εξισορροπήσει πλήρως τις τιμές μέσω των διασυνοριακών συναλλαγών.
Η πίεση από το φυσικό αέριο
Σημαντικό μέρος των ανατιμήσεων συνδέεται με τη νέα άνοδο των ευρωπαϊκών τιμών φυσικού αερίου, οι οποίες έχουν επιστρέψει στα υψηλότερα επίπεδα από τα τέλη του 2022.
Τα συμβόλαια Νοεμβρίου στον κόμβο TTF έκλεισαν τη Δευτέρα στα 84,3 ευρώ/MWh, καταγράφοντας ημερήσια αύξηση 3,5%, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι ανησυχίες για την ασφάλεια των προμηθειών LNG ενισχύουν τη νευρικότητα στην αγορά.
Η αύξηση του κόστους του αερίου επιβαρύνει άμεσα την ηλεκτροπαραγωγή, ιδιαίτερα σε χώρες όπου οι μονάδες φυσικού αερίου διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην κάλυψη της ζήτησης και στον καθορισμό της οριακής τιμής.
Παράλληλα, η εποχική υποχώρηση της ηλιακής παραγωγής και οι διακυμάνσεις της αιολικής παραγωγής αυξάνουν την ανάγκη λειτουργίας θερμικών μονάδων. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο όταν η μειωμένη παραγωγή από ΑΠΕ συμπίπτει με περιορισμένη διαθεσιμότητα άλλων πηγών ηλεκτροπαραγωγής.
Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους οι αγορές εμφανίζουν μεγάλες ημερήσιες μεταβολές, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα ανανεώσιμης παραγωγής και τις ανάγκες κάλυψης του φορτίου από συμβατικές μονάδες.
Η ξηρασία στον Δούναβη και οι επιπτώσεις στην παραγωγή
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένας ακόμη παράγοντας που επιβαρύνει τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και σχετίζεται με τις εξαιρετικά χαμηλές στάθμες των υδάτων στη λεκάνη του Δούναβη.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, η στάθμη του ποταμού στο Oryahovo της Βουλγαρίας υποχώρησε στα -133 εκατοστά σε σχέση με το τοπικό σημείο αναφοράς, επίπεδο που αποτελεί το χαμηλότερο από το 1941.
Η παρατεταμένη ξηρασία επηρεάζει ένα ιδιαίτερα εκτεταμένο ενεργειακό σύστημα, καθώς η λεκάνη του Δούναβη καλύπτει περισσότερα από 800.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα σε 19 χώρες και περιλαμβάνει υδροηλεκτρικούς σταθμούς συνολικής εγκατεστημένης ισχύος περίπου 30 GW.
Η μείωση των διαθέσιμων υδάτινων πόρων περιορίζει τις δυνατότητες παραγωγής των υδροηλεκτρικών μονάδων, οι οποίες αποτελούν σημαντική πηγή ηλεκτρικής ενέργειας για αρκετές χώρες της περιοχής.
Οι επιπτώσεις, ωστόσο, δεν περιορίζονται στα υδροηλεκτρικά. Η διαθεσιμότητα νερού είναι κρίσιμη και για τη λειτουργία πυρηνικών και θερμικών σταθμών, καθώς χρησιμοποιείται για την ψύξη των εγκαταστάσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, προβλήματα καταγράφονται στους πυρηνικούς σταθμούς Cernavodă της Ρουμανίας και Kozloduy της Βουλγαρίας, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις συνθήκες επάρκειας ηλεκτροπαραγωγής.
Η ταυτόχρονη πίεση στην υδροηλεκτρική παραγωγή και στη διαθεσιμότητα θερμικών ή πυρηνικών μονάδων περιορίζει τις εναλλακτικές επιλογές κάλυψης της ζήτησης. Ως αποτέλεσμα, αυξάνεται η ανάγκη αξιοποίησης ακριβότερων μονάδων και εισαγωγών, με άμεσες συνέπειες στη διαμόρφωση των χονδρεμπορικών τιμών.
Τα εμπόδια στις διασυνδέσεις
Στην εικόνα αυτή προστίθενται οι περιορισμοί των ηλεκτρικών διασυνδέσεων, οι οποίοι εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα βασικά διαρθρωτικά προβλήματα της αγοράς στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η ύπαρξη της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς δεν συνεπάγεται αυτόματα και εξίσωση των τιμών, καθώς η δυνατότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των χωρών εξαρτάται από τη διαθέσιμη δυναμικότητα των δικτύων.
Όταν οι χώρες των Βαλκανίων αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα αυξημένες ανάγκες εισαγωγών, η περιορισμένη μεταφορική ικανότητα των διασυνδέσεων μπορεί να δημιουργήσει συμφόρηση, με αποτέλεσμα οι τιμές να διατηρούνται υψηλότερα από εκείνες της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης.
Χαρακτηριστικό είναι ότι σήμερα η τιμή στη Σερβία υπερβαίνει κατά περίπου 60 ευρώ/MWh την αντίστοιχη γερμανική, ενώ η διαφορά με την Πολωνία προσεγγίζει τα 100 ευρώ/MWh.
Η κατάσταση επιβαρύνεται από την περιορισμένη ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας και ευελιξίας σε αρκετές χώρες, γεγονός που δυσχεραίνει την αξιοποίηση της παραγωγής των ΑΠΕ και αυξάνει την εξάρτηση από τις συμβατικές μονάδες.
Η πρόκληση του χειμώνα
Η νέα αναταραχή στις ευρωπαϊκές αγορές έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο, καθώς πλησιάζει ο χειμώνας και οι ανάγκες για ηλεκτρική ενέργεια και φυσικό αέριο αναμένεται να αυξηθούν.
Ο συνδυασμός ακριβού φυσικού αερίου, περιορισμένης υδροηλεκτρικής παραγωγής, εποχικής υποχώρησης των ΑΠΕ και συμφόρησης στις διασυνδέσεις διαμορφώνει συνθήκες στις οποίες οι τιμές μπορούν να παρουσιάζουν μεγάλες μεταβολές ακόμη και μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο.
Για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, το ζητούμενο δεν περιορίζεται πλέον στην εξασφάλιση επαρκών ποσοτήτων φυσικού αερίου. Εξίσου σημαντική είναι η ενίσχυση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων, η ανάπτυξη της αποθήκευσης, η διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος και η θωράκιση των συστημάτων ηλεκτροπαραγωγής απέναντι στις δυσμενείς υδρολογικές συνθήκες.
Η εικόνα των τελευταίων ημερών επιβεβαιώνει ότι η ασφάλεια του ηλεκτρικού εφοδιασμού και η συγκράτηση του ενεργειακού κόστους εξαρτώνται ολοένα περισσότερο από τη συνολική ανθεκτικότητα των ηλεκτρικών συστημάτων και όχι μόνο από τις διεθνείς τιμές των καυσίμων.
Πηγή: https://energypress.gr/
