Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

WoodMac: Η αποθήκευση C&I είναι ο «κοιμώμενος γίγαντας που ξυπνάει» - Προβλέπεται επταπλάσια αύξηση έως το 2035, ξεπερνώντας τις 7 TWh

WoodMac: Η αποθήκευση C&I είναι ο «κοιμώμενος γίγαντας που ξυπνάει» - Προβλέπεται επταπλάσια αύξηση έως το 2035, ξεπερνώντας τις 7 TWh

Πέτρος Αλεξανδρόπουλος 

Σε μία νέα, εκρηκτική φάση ανάπτυξης περνά παγκόσμια αγορά αποθήκευσης ενέργειας, με τη συνολική εγκατεστημένη χωρητικότητα να προβλέπεται ότι θα ξεπεράσει τις 7 τεραβατώρες (TWh) έως το 2035. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Wood Mackenzie, η παγκόσμια ζήτηση αναμένεται να αυξηθεί κατά σχεδόν 30% μόνο το 2026, αναδεικνύοντας τον ολοένα σημαντικότερο ρόλο της αποθήκευσης στα ηλεκτρικά συστήματα που βρίσκονται σε διαδικασία ταχείας μεταμόρφωσης.

Ωστόσο, η κλίμακα της επέκτασης αποτελεί μόνο ένα μέρος της συνολικής εικόνας. Πίσω από τους βασικούς δείκτες ανάπτυξης, η αγορά αναδιαμορφώνεται από τις μεταβολές στην περιφερειακή πρωτοκαθεδρία, τις αλλαγές στα οικονομικά των έργων και την εμφάνιση νέων πηγών ζήτησης. Η διάκριση μεταξύ αυτόνομων συστημάτων μπαταριών και συστημάτων που συνδυάζονται με μονάδες παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, ενώ οι εμπορικές και βιομηχανικές εφαρμογές, καθώς και η αντικατάσταση παλαιότερων εγκαταστάσεων, αναδεικνύονται σε σημαντικούς μοχλούς μελλοντικής ανάπτυξης.

Οι εξελίξεις αυτές καταδεικνύουν ότι ο κλάδος της αποθήκευσης ενέργειας γίνεται πιο διαφοροποιημένος, με εντονότερο γεωγραφικό ανταγωνισμό και στενότερη σύνδεση με τις μεταβαλλόμενες ανάγκες των ηλεκτρικών δικτύων.

Η Ευρώπη ξεπερνά τις ΗΠΑ 

Η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν οι δύο μεγαλύτερες αγορές αποθήκευσης ενέργειας παγκοσμίως. Ωστόσο, το 2026 σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή στην παγκόσμια κατάταξη, καθώς η Ευρώπη ξεπερνά τις ΗΠΑ στις ετήσιες εγκαταστάσεις και καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση, πίσω από την Κίνα.

Η μεταβολή αυτή αναδεικνύει τις αλλαγές στη γεωγραφική κατανομή των νέων έργων, την ώρα που η συνολική αγορά συνεχίζει να επεκτείνεται. Τα ρυθμιστικά πλαίσια, οι περιορισμοί των ηλεκτρικών δικτύων, η μεταβλητότητα των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας και η οικονομική βιωσιμότητα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας καθορίζουν ολοένα περισσότερο το πού κατασκευάζονται τα έργα αποθήκευσης και τον τρόπο λειτουργίας τους.

Στον τομέα της αποθήκευσης μεγάλης κλίμακας, οι διαγωνισμοί που προκηρύσσονται με κρατική πρωτοβουλία εξακολουθούν να αποτελούν βασικό μοχλό ανάπτυξης. Σε παγκόσμιο επίπεδο, έχουν προκηρυχθεί ή κατακυρωθεί μέσω διαγωνισμών έργα συνολικής ισχύος άνω των 80 GW, σε όρους απομειωμένης ισχύος, με την Ινδία να αποτελεί τον μεγαλύτερο μεμονωμένο συντελεστή.

Η Πολωνία έχει επίσης αναδειχθεί στην κορυφαία αναδυόμενη αγορά παγκοσμίως για την αποθήκευση ενέργειας μεγάλης κλίμακας. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι δημοπρασίες της αγοράς ισχύος, καθώς και η αυξανόμενη ανάγκη του ηλεκτρικού της δικτύου για ευελιξία.

Οι ώριμες αγορές

Στις πιο ώριμες αγορές, τα εμπορικά συμβόλαια ενισχύουν τις προοπτικές ανάπτυξης. Σύμφωνα με τον παγκόσμιο δείκτη συμβάσεων της Wood Mackenzie, η συμβασιοποιημένη δυναμικότητα απορρόφησης και αξιοποίησης ενέργειας από συστήματα αποθήκευσης έχει ξεπεράσει τα 130 GW. Οι συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και οι συμφωνίες διοδίων αποθήκευσης (tolling agreements) αντιπροσωπεύουν από κοινού περισσότερο από τα τρία τέταρτα των συμβάσεων που έχουν υπογραφεί.

Οι συμφωνίες αυτές προσφέρουν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα εσόδων και μπορούν να διευκολύνουν τη χρηματοδότηση των έργων, ενισχύοντας το χαρτοφυλάκιο εγκαταστάσεων που αναμένεται να τεθούν σε λειτουργία τα επόμενα χρόνια.

Η Αυστραλία αλλάζει τις ισορροπίες 

Ανακατατάξεις καταγράφονται και στην οικιακή αγορά. Η Αυστραλία έχει ξεπεράσει τη Γερμανία και έχει αναδειχθεί στη μεγαλύτερη αγορά οικιακής αποθήκευσης ενέργειας παγκοσμίως, με περισσότερες από 500.000 εγκαταστάσεις στο πλαίσιο του προγράμματος επιδότησης Cheaper Home Batteries.

Η άνοδος της αυστραλιανής αγοράς καταδεικνύει πόσο καθοριστικά μπορούν να λειτουργήσουν τα κρατικά κίνητρα για την επιτάχυνση της υιοθέτησης συστημάτων αποθήκευσης από τα νοικοκυριά. Οι οικιακές μπαταρίες επιτρέπουν την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από φωτοβολταϊκά στις στέγες, περιορίζουν την εξάρτηση από το δίκτυο και συμβάλλουν στη διαχείριση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας.

Αντίθετα, η αμερικανική οικιακή αγορά αναμένεται να συρρικνωθεί το 2026, καθώς περιορίζεται η διαθεσιμότητα φορολογικών πιστώσεων. Η απόκλιση μεταξύ Αυστραλίας και ΗΠΑ καταδεικνύει την ευαισθησία της ζήτησης για οικιακή αποθήκευση στις αλλαγές της κρατικής πολιτικής, παρά την ενίσχυση των οικονομικών κινήτρων για ενεργειακή αυτονομία και ευελιξία.

Εμπορικές και βιομηχανικές εφαρμογές 

Ο τομέας της εμπορικής και βιομηχανικής αποθήκευσης ενέργειας (C&I) προσελκύει ολοένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η Wood Mackenzie καταγράφει ξεχωριστά αυτή την κατηγορία, αποκαλύπτοντας ότι η βιομηχανική ζήτηση είναι σημαντικά μεγαλύτερη από την εμπορική σε ορισμένες περιοχές.

Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις και τα εμπορικά κτίρια παρουσιάζουν διαφορετικά προφίλ κατανάλωσης, λειτουργικές ανάγκες και επενδυτικά κίνητρα. Οι μεγάλοι βιομηχανικοί καταναλωτές μπορούν να αξιοποιήσουν συστήματα αποθήκευσης για τη διαχείριση υψηλών φορτίων, τον περιορισμό των χρεώσεων αιχμής και τη βελτίωση της αξιοπιστίας της ηλεκτροδότησής τους.

Η ξεχωριστή καταγραφή του τομέα C&I προσφέρει, παράλληλα, σαφέστερη εικόνα της δομής της αγοράς, αναδεικνύοντας τις διαφορετικές κατηγορίες πελατών, τα επιχειρηματικά μοντέλα και τους οικονομικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τη ζήτηση.

Η σύζευξη με τις ΑΠΕ

Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στη νέα πρόβλεψη της Wood Mackenzie είναι η διάκριση της αποθήκευσης μεγάλης κλίμακας σε τρεις κατηγορίες: αυτόνομα συστήματα, συστήματα σε συνδυασμό με φωτοβολταϊκά και συστήματα σε συνδυασμό με αιολικά πάρκα.

 

Οι κατηγορίες αυτές παρακολουθούνταν προηγουμένως ενιαία, ωστόσο πλέον αναλύονται χωριστά, καθώς αναπτύσσονται με διαφορετικούς ρυθμούς και ανταποκρίνονται σε διαφορετικές συνθήκες αγοράς.

Τα αυτόνομα συστήματα μπαταριών εξακολουθούν να κυριαρχούν και αναμένεται να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία τους έως το 2035. Ωστόσο, τα συστήματα που συνδυάζονται με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Σχεδόν το ένα τρίτο της νέας δυναμικότητας αποθήκευσης που προβλέπεται να τεθεί σε λειτουργία έως το 2035 θα βρίσκεται δίπλα σε αιολικές ή ηλιακές εγκαταστάσεις.

Η συνδυασμένη ανάπτυξη μπορεί να βοηθήσει τους παραγωγούς ανανεώσιμης ενέργειας να αντιμετωπίσουν τη διαλείπουσα παραγωγή, να αξιοποιήσουν αποτελεσματικότερα τις υφιστάμενες συνδέσεις με το δίκτυο και να μεταφέρουν την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας σε ώρες υψηλότερης ζήτησης. 

Η Ευρώπη είναι σήμερα η αγορά με το μεγαλύτερο ποσοστό αυτόνομων έργων αποθήκευσης μεγάλης κλίμακας, καθώς η συντριπτική πλειονότητα του σχεδιαζόμενου χαρτοφυλακίου της δεν συνδέεται άμεσα με μονάδες ανανεώσιμης παραγωγής. Παράλληλα, εκτιμάται ότι θα καταγράψει τον ταχύτερο ρυθμό ανάπτυξης συστημάτων αποθήκευσης σε συνδυασμό με ΑΠΕ.

Η μεταβολή συνδέεται εν μέρει με την επιδείνωση των οικονομικών των αυτόνομων φωτοβολταϊκών έργων. Η εγκατάσταση μπαταριών σε φωτοβολταϊκά πάρκα μπορεί να βελτιώσει τα έσοδα και να αντιμετωπίσει προβλήματα που προκύπτουν όταν οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας υποχωρούν λόγω υπερπροσφοράς. Αγορές όπως η Ισπανία και η Γερμανία ενδέχεται να ωφεληθούν ιδιαίτερα από αυτή την προσέγγιση.

Στην αμερικανική ήπειρο, η εικόνα είναι διαφορετική. Στις ΗΠΑ, σχεδόν οι μισές νέες εγκαταστάσεις αποθήκευσης μεγάλης κλίμακας συνδυάζονται με φωτοβολταϊκά. Η τάση αυτή αντανακλά τόσο την επίδραση των ιστορικών απαιτήσεων για τη χορήγηση φορολογικών κινήτρων όσο και την υποχώρηση των τιμών απορρόφησης της ηλιακής παραγωγής σε αγορές όπως η περιοχή του διαχειριστή ηλεκτρικού συστήματος της Καλιφόρνιας (CAISO).

Το ποσοστό των φωτοβολταϊκών συστημάτων με ενσωματωμένη αποθήκευση αναμένεται να μειωθεί, καθώς οι μπαταρίες επεκτείνονται σε πολιτείες με χαμηλότερη διείσδυση ηλιακής ενέργειας, όπου τα αυτόνομα έργα εμφανίζουν καλύτερες οικονομικές προοπτικές.

Τα κέντρα δεδομένων

Παράλληλα, αναπτύσσονται έργα αποθήκευσης που συνδέονται με κέντρα δεδομένων. Καθώς αυξάνεται η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από τις συγκεκριμένες εγκαταστάσεις, οι επενδυτές διερευνούν διαφορετικούς συνδυασμούς παραγωγής και αποθήκευσης. Οι συνδυασμοί μονάδων φυσικού αερίου και μπαταριών κερδίζουν έδαφος, αποδεικνύοντας ότι η συνδυασμένη ανάπτυξη δεν αφορά πλέον αποκλειστικά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού βρίσκεται μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής, με την αποθήκευση σε συνδυασμό με φωτοβολταϊκά να αποτελεί την ταχύτερα αναπτυσσόμενη κατηγορία. Καθοριστικός είναι ο ρόλος της Ινδίας, η οποία έχει ξεπεράσει την Αυστραλία και αποτελεί πλέον τη μεγαλύτερη αγορά αποθήκευσης μεγάλης κλίμακας στην περιοχή.

Η αντικατάσταση παλαιών συστημάτων 

Η νέα έκθεση αναδεικνύει και μια ακόμη εξέλιξη: την έναρξη ενός κύκλου αντικατάστασης παλαιότερων εγκαταστάσεων σε μεγάλη κλίμακα. Τα συστήματα αποθήκευσης δεν αναμένεται να αρχίσουν να αποσύρονται και να αντικαθίστανται μαζικά πριν από το 2030. Έως το 2035, η αναβάθμιση και αντικατάσταση υφιστάμενων εγκαταστάσεων —γνωστή ως repowering— προβλέπεται να προσθέσει 40 γιγαβατώρες (GWh) δυναμικότητας, με τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και τη Γερμανία να πρωταγωνιστούν.

Η εμφάνιση του repowering ως ξεχωριστής κατηγορίας αποτελεί ένδειξη ότι ο κλάδος έχει αρχίσει να ωριμάζει και καλείται πλέον να διαχειριστεί τη μακροπρόθεσμη συντήρηση και ανανέωση των εγκατεστημένων συστημάτων του. Καθώς τα πρώτα έργα παλαιώνουν, οι διαχειριστές θα πρέπει να εξετάζουν τις αποφάσεις αντικατάστασης παράλληλα με τις νέες επενδύσεις.

Μια πιο σύνθετη αγορά

Η προβλεπόμενη επέκταση της παγκόσμιας αγοράς αποθήκευσης ενέργειας πάνω από τις 7 TWh έως το 2035 αντικατοπτρίζει τον αυξανόμενο ρόλο των μπαταριών στα σύγχρονα ηλεκτρικά συστήματα. Ωστόσο, η μεταβολή στη σύνθεση αυτής της ανάπτυξης ενδέχεται να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με το μέγεθός της.

Οι περιφερειακοί συσχετισμοί αλλάζουν, οι εμπορικές και βιομηχανικές εφαρμογές αποκτούν μεγαλύτερη προβολή, η σύζευξη με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ενισχύεται και η ζήτηση για αντικατάσταση παλαιότερων συστημάτων αρχίζει να ενσωματώνεται στις μακροπρόθεσμες προβλέψεις.

Για τους επενδυτές, τους κατασκευαστές έργων και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, η πρόκληση δεν θα είναι απλώς να εκτιμήσουν πόση αποθηκευτική δυναμικότητα θα εγκατασταθεί παγκοσμίως, αλλά και πού θα αναπτυχθεί, με ποιες τεχνολογίες θα συνδυαστεί και ποια επιχειρηματικά μοντέλα θα εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητά της.



Πηγή: https://energypress.gr/




ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ