Μιχάλης Μαστοράκης
Την προοπτική δημιουργίας μιας αγοράς ευελιξίας κατά τα πρότυπα πιο ώριμων ευρωπαϊκών αγορών θέτει επί τάπητος η φυσιογνωμία του ενεργειακού μίγματος της χώρας όπως διαμορφώνεται πλέον με τις ΑΠΕ και τις μπαταρίες να εδραιώνουν την παρουσία τους συν τω χρόνω.
Ειδικότερα, οι αγορές ευελιξίας λειτουργούν ήδη σε μια σειρά ευρωπαϊκές αγορές Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία με το ευρωπαϊκό χρηματιστήριο Ενέργειας EPEX να έχει δημιουργήσει μια σχετική πλατφόρμα όπου συναλλάσσονται προϊόντα ευελιξίας.
Τα εν λόγω προϊόντα, όπως επισήμανε μεταξύ άλλων, ο επιτελικός Διευθυντής του Χρηματιστηρίου Ενέργειας Χριστόφορος Ζούμας, μιλώντας προ ημερών στο συνέδριο Power & Gas Forum, συμβάλλουν στην διαχείριση προβλημάτων στο δίκτυο ή το σύστημα μεταφοράς με αγοραία μέθοδο, πράγμα που δύναται να παράγει όφελος τόσο για τους Διαχειριστές του συστήματος και δικτύου με την μορφή εσόδου όσο και στους συμμετέχοντες στην αγορά μέσα από την παροχή τέτοιων υπηρεσιών.
Σε κάθε περίπτωση, η διαμόρφωση και λειτουργία αγορών ευελιξίας, όπως υπογραμμίζουν πηγές της αγοράς με γνώση του θέματος, απορρέει από την ίδια την εξέλιξη του ενεργειακού μίγματος και των αγορών με το διακύβευμα να είναι ολοένα και περισσότερο η ικανότητα του συστήματος να ανταποκριθεί σε πραγματικά προβλήματα σε πραγματικό χρόνο και κατά τον βέλτιστο οικονομικά τρόπο.
Σε αυτό το έδαφος, οι αγορές ευελιξίας, όπως προσθέτουν οι ίδιες πηγές, παρουσιάζουν σημαντικά πλεονεκτήματα, χωρίς την ίδια στιγμή να αναιρούν την ανάγκη επενδύσεων για την αναβάθμιση του δικτύου ή «επενδύσεων οι οποίες πρέπει να γίνονται για την αγορά φυσικής παράδοσης», όπως ανέφερε ο κ. Ζούμας κατά την τοποθέτησή του στο συνέδριο. Ο ίδιος τόνισε ότι οι αγορές μετακινούνται εγγύτερα στη φυσική παράδοση με τις αγορές ευελιξίας να τείνουν να αποτελέσουν αναγκαίο συστατικό στοιχείο του όλου οικοσυστήματος που λέγεται «αγορές ηλεκτρικής ενέργειας».
Επιπρόσθετα, οι εν λόγω αγορές δεν περιορίζονται μονάχα στη συσχέτιση προσφοράς και ζήτησης αλλά προϋποθέτουν μια ολόκληρη μοντελοποίηση επί του δικτύου και του συστήματος μεταφοράς που θα κατορθώσει να «μεταφράσει» τα τεχνικά θέματα σε «σήματα αγοράς» που με την σειρά τους θα παράγουν ανάλογες-κατάλληλες συμπεριφορές και θέσεις των συμμετεχόντων στα πλαίσια της αγοράς. Μια τέτοια περίπτωση μπορεί να αποτελέσει επί παραδείγματι η αντιμετώπιση τοπικής συμφόρησης με ενέργειες προς επίλυση του προβλήματος να αναλαμβάνονται από τους συμμετέχοντες ευρύτερα του δεδομένου σημείου όπου εκφράζεται το πρόβλημα.
Με άλλα λόγια, η αξιοποίηση προϊόντων ευελιξίας επιτρέπει μια ολιστικότερη διαχείριση του συστήματος με τους συμμετέχοντες να προβαίνουν σε άμεσες και έμμεσες ενέργειες που στην ενότητά τους συμβάλουν στην επίλυση ενός προβλήματος (πχ αποσυμφόρηση του δικτύου με καθοδικές κινήσεις σε έτερο σημείο από το σημείο συμφόρησης και το οποίο με την σειρά του συμβάλει στην συνολικότερη εξομάλυνση και εξισορρόπηση του συστήματος).
Αν και η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, όπως σχολιάζουν οι ίδιες πηγές, παρουσιάζει σημαντικά «κενά» μέχρι να φτάσει στο σημείο να μιλήσει για αγορά ευελιξίας και προϊόντα ευελιξίας, εντούτοις, θα πρέπει να ανοίξει η σχετική συζήτηση με προσανατολισμό να υπάρξει ολοκληρωμένος και προσαρμοσμένος σχεδιασμός που να αντιστοιχεί στα δεδομένα της εγχώριας αγοράς με επίγνωση ότι τα εν λόγω «εργαλεία» διατηρούν κρίσιμη σημασία στη λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος σε συνθήκες αυξημένης διείσδυσης πληθώρας διάσπαρτων «πράσινων» μονάδων ηλεκτροπαραγωγής και μονάδων αποθήκευσης με μπαταρίες.
Πηγή: https://energypress.gr/
