Ναταλία Κοντώση
Για μεγάλο μέρος της τελευταίας δεκαετίας, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελούσε το παγκόσμιο πρότυπο σε ό,τι αφορά τους πράσινους στόχους— ένα μπλοκ πρόθυμο να δαπανά γενναιόδωρα, να νομοθετεί επιθετικά και να ηγείται διπλωματικά. Σήμερα, αυτή η φήμη δοκιμάζεται. Μετά από μια δύσκολη εμφάνιση στην περσινή σύνοδο COP30 στη Βραζιλία, η ΕΕ επιχειρεί μια στρατηγική επανεκκίνηση — αντικαθιστώντας τις πράσινες φιλοδοξίες με μία πιο ρεαλιστική προσέγγιση και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Η στροφή αυτή εδράζεται στην νέα συνειδητοποίηση που κερδίζει έδαφος στις Βρυξέλλες: η εποχή της κλιματικής διπλωματίας που βασίζεται κυρίως στην καλή θέληση και τη γενναιοδωρία ίσως έχει τελειώσει.
Μια ταπεινωτική στιγμή στη Βραζιλία
Το σημείο καμπής ήρθε στην COP30 στο Μπελέμ, όπου οι διαπραγματευτές της ΕΕ βρέθηκαν όλο και πιο απομονωμένοι. Οι προσπάθειες για ισχυρότερες δεσμεύσεις απέτυχαν, οι συμμαχίες διαλύθηκαν και η απογοήτευση βγήκε στη δημοσιότητα, όταν ο επικεφαλής διαπραγματευτής εξέφρασε ανοιχτά τα παράπονά του.
Τελικά, μια συμβιβαστική συμφωνία — που περιγράφηκε από insiders ως «πλάγια λύση» — έσωσε τη σύνοδο από πλήρη κατάρρευση. Όμως η ζημιά είχε ήδη γίνει. Η Ευρώπη, κάποτε αρχιτέκτονας της παγκόσμιας κλιματικής συναίνεσης, έφυγε με μειωμένη επιρροή και σαφή εντολή να επανεξετάσει την προσέγγισή της.
Το μάθημα, σύμφωνα με αξιωματούχους, ήταν σαφές: η ηγεσία χωρίς διαπραγματευτική ισχύ δεν αρκεί πλέον.
Νέο δόγμα: κλιματική χρηματοδότηση με όρους
Στον πυρήνα της επανατοποθέτησης της ΕΕ βρίσκεται μια πιο «συναλλακτική» προσέγγιση στην κλιματική χρηματοδότηση. Για χρόνια, η Ένωση ήταν ο μεγαλύτερος πάροχος κλιματικής βοήθειας παγκοσμίως, καλύπτοντας περίπου το ένα τρίτο της συνολικής χρηματοδότησης για την πράσινη μετάβαση.
Τώρα, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ζητούν πιο απτά ανταλλάγματα.
«Πρέπει να είμαστε πιο συναλλακτικοί στις συνομιλίες μας με εξωτερικούς εταίρους», δήλωσε ο Πολωνός υφυπουργός Κλίματος Krzysztof Bolesta. Το μήνυμα είναι σαφές: η χρηματοδότηση θα συνοδεύεται από προσδοκίες.
Η Γαλλία έχει πρωτοστατήσει στην αποσαφήνιση αυτής της νέας φιλοσοφίας. Η υπουργός Περιβάλλοντος Monique Barbut συνέδεσε ρητά τη μελλοντική χρηματοδότηση με συγκεκριμένες δεσμεύσεις των αποδεκτών.
Η Ινδία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση. Παρά το γεγονός ότι είναι ένας από τους μεγαλύτερους ρυπαντές στον κόσμο, δεν έχει ακόμη υποβάλει τον στόχο της για το 2035. Στο πλαίσιο μιας νέας εμπορικής συμφωνίας με την ΕΕ, το Νέο Δελχί θα μπορούσε να λάβει έως και 500 εκατομμύρια ευρώ για την πράσινη μετάβαση. Ωστόσο, το Παρίσι αντιδρά.
«Δεν είμαι υπέρ μιας τέτοιας χρηματοδότησης μέχρι η Ινδία να υποβάλει Εθνικά Καθορισμένη Συνεισφορά», δήλωσε η Barbut, σηματοδοτώντας μια πιο αυστηρή γραμμή που πιθανόν θα υιοθετηθεί ευρύτερα.
Η Γερμανία συμμερίζεται αυτή τη στάση. Ο υπουργός Περιβάλλοντος Carsten Schneider χαρακτήρισε την κλιματική διπλωματία «ζήτημα δούναι και λαβείν», εκφράζοντας απογοήτευση για το γεγονός ότι μεγάλες αναπτυσσόμενες χώρες δεν στήριξαν τις ευρωπαϊκές θέσεις στην COP30.
Ακόμη και ο επίτροπος Κλίματος της ΕΕ Wopke Hoekstra υιοθέτησε αυτή τη νέα προσέγγιση. «Η αλληλεγγύη και η αμοιβαιότητα πρέπει να συμβαδίζουν», δήλωσε — μια αξιοσημείωτη μετατόπιση από την προηγούμενη ρητορική που έδινε έμφαση κυρίως στην αλληλεγγύη.
Η ελληνική θέση
Υπενθυμίζεται ότι ένα τέτοιο πλαίσιο περιέγραψε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, τον περασμένο Οκτώβριο σε άρθρο του στους Financial Times, αναλύοντας τους «Πέντε χρυσούς κανόνες για την πράσινη μετάβαση της Ευρώπης». Σε αυτό επισημαίνει το κρίσιμο σημείο στο οποίο βρίσκεται η Πράσινη Συμφωνία της ΕΕ, με τις υψηλές τιμές ενέργειας και τις νέες γεωπολιτικές προκλήσεις να απειλούν τη στρατηγική για την κλιματική ουδετερότητα, και καταλήγει ότι τελικά «μπορεί να κερδίσουμε τον αγώνα για την κλιματική ουδετερότητα, μόνο και μόνο για να ανακαλύψουμε ότι κάναμε λάθος αγώνα».
Η θέση αυτή, του ενεργειακού ρεαλισμού, φαίνεται ότι αποτελεί πυξίδα και για το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, όπως επισημαίνει πολύ συχνά στις τοποθετήσεις του ο κ. Σταύρος Παπασταύρου. Σημειώνεται εδώ ότι στο Συμβούλιο των υπουργών Περιβάλλοντος, τον περασμένο Νοέμβριο, η ελληνική πλευρά κατάφερε, έπειτα από παρέμβαση του κ. Παπασταύρου, να εντάξει στο τελικό κείμενο τις ρήτρες αναθεώρησης των στόχων για το κλίμα, μέχρι το 2040 ανά δύο η τρία έτη. Η δυνατότητα να προσαρμόζονται οι στόχοι ανά τακτά χρονικά διαστήματα παρέχει μια «ασφαλιστική δικλίδα» για τη χώρα, ενώ η πρόβλεψη να καλυφθεί ένα μικρό ποσοστό εκπομπών (5%) μέσω διεθνών πιστωτικών μορίων προσφέρει επίσης ευελιξία.
Σχεδιασμός με ορίζοντα, όχι αντίδραση
Πέρα από τη χρηματοδότηση, η ΕΕ αντιμετωπίζει και μια πιο δομική αδυναμία: την έλλειψη μακροπρόθεσμου σχεδιασμού.
Μέχρι σήμερα, οι διαπραγματευτικές θέσεις της καθορίζονταν λίγες μόλις εβδομάδες πριν από τις ετήσιες συνόδους COP — μια πρακτική που, σύμφωνα με επικριτές, την καθιστούσε αντιδραστική και αποκομμένη από την πραγματικότητα.
Αυτό πρόκειται να αλλάξει. Αξιωματούχοι εργάζονται πάνω σε μια πολυετή στρατηγική που θα καλύπτει διαδοχικές συνόδους, με στόχο τον καθορισμό προτεραιοτήτων, «κόκκινων γραμμών» και έγκαιρης διπλωματικής προσέγγισης.
Κεντρικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής είναι η ενίσχυση των σχέσεων με ταχέως αναπτυσσόμενες οικονομίες — ιδίως τις λεγόμενες χώρες BICS (Βραζιλία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική). Οι χώρες αυτές διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στις παγκόσμιες εκπομπές, αλλά συχνά αντιστέκονται στην ευρωπαϊκή ηγεσία.
Με πιο έγκαιρη και συστηματική προσέγγιση, οι Βρυξέλλες ελπίζουν να αποκαταστήσουν συμμαχίες που έχουν αποδυναμωθεί.
Η επόμενη σύνοδος COP31 στην Τουρκία θα αποτελέσει το πρώτο μεγάλο τεστ. Οι ευρωπαϊκές αρχές επιδιώκουν να συμφωνήσουν σε κοινές θέσεις πολύ νωρίτερα από ό,τι στο παρελθόν, ώστε να αποφευχθούν τα προβλήματα συντονισμού που εμφανίστηκαν στη Βραζιλία.
Νέα πρόσωπα, νέα προσέγγιση
Ίσως η πιο ορατή ένδειξη αλλαγής είναι η ανανέωση της διαπραγματευτικής ομάδας. Όπως γράφει το euractiv, μετά από πάνω από δέκα χρόνια, ο έμπειρος διαπραγματευτής Jacob Werksman αποχωρεί από τη θέση του. Μαζί του αποχωρεί και ο Martín Hession, που ηγήθηκε των διαπραγματεύσεων για τις αγορές άνθρακα για μια δεκαετία.
Οι αποχωρήσεις αυτές σηματοδοτούν το τέλος μιας εποχής — εκείνης των μεγάλων διεθνών συμφωνιών όπως η Συμφωνία των Παρισίων.
Σύμφωνα με πηγές, που επικαλείται το euractiv, η αλλαγή δεν αφορά μόνο πρόσωπα αλλά και φιλοσοφία. «Δεν ήταν σε ευθυγράμμιση με τη νέα κατεύθυνση πολιτικής», ανέφερε χαρακτηριστικά μια πηγή. Ο ίδιος ο Werksman υποστήριξε ότι η αποχώρησή του ήταν προγραμματισμένη. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία ενισχύει την εικόνα μιας βαθύτερης μετάβασης. Για πολλούς ειδικούς, αυτή η εξέλιξη αντικατοπτρίζει τη νέα φύση της κλιματικής διπλωματίας.
«Η Συμφωνία του Παρισιού έχει, κατά κάποιο τρόπο, ολοκληρωθεί διαπραγματευτικά», δήλωσε ο οικονομολόγος Ottmar Edenhofer. «Το ζήτημα πλέον είναι η εφαρμογή της.»
Από την ηγεσία στη διαπραγματευτική ισχύ
Αυτή η μετάβαση απαιτεί διαφορετικά εργαλεία. Τα οικονομικά κίνητρα, οι εμπορικές σχέσεις και οι γεωπολιτικές συμμαχίες αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία. Αναλυτές εκτιμούν ότι η επιτυχία θα εξαρτηθεί από τον συνδυασμό τριών στοιχείων: χρηματοδότηση με όρους, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και θεσμική ανανέωση.
Η αναλύτρια Linda Kalcher το θέτει ξεκάθαρα: «Η ΕΕ δεν χρειάζεται μόνο νέα πρόσωπα, αλλά μια πολυετή στρατηγική και ισχυρές συμμαχίες για να ανακτήσει την επιρροή της.»
Η πορεία προς την COP31
Καθώς ξεκινούν οι προετοιμασίες για την COP31 στην Τουρκία, η ΕΕ βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη δοκιμασία. Μπορεί να προσαρμοστεί σε ένα πιο ανταγωνιστικό και κατακερματισμένο διεθνές περιβάλλον, διατηρώντας ταυτόχρονα τη δέσμευσή της για την κλιματική δράση;
Η απάντηση θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τη στρατηγική, αλλά και από την εφαρμογή της.
Η νέα προσέγγιση της Ευρώπης σηματοδοτεί μια σαφή ρήξη με το παρελθόν. Είναι λιγότερο ιδεαλιστική, πιο στρατηγική — και αναμφίβολα πιο πολιτική.
Το αν αυτή η μεταμόρφωση θα αποκαταστήσει την ηγετική θέση της ΕΕ ή θα περιπλέξει περαιτέρω τη διεθνή κλιματική διπλωματία, μένει να φανεί.
Πηγή: https://energypress.gr/
