του Ντάνι Σιτρίνοβιτς
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη δείξει την προθυμία της να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία για να προωθήσει τα αμερικανικά συμφέροντα. Ο πρόεδρος, όμως, έχει μια ξεκάθαρη προτίμηση: Μικρούς, αποφασιστικούς πολέμους που παρέχουν μια ορατή και εμπορεύσιμη νίκη.
Το Ιράν παρουσιάζει μια θεμελιώδη πρόκληση σε αυτό το μοντέλο. Δεν υπάρχει αξιόπιστος δρόμος για την επίτευξη ενός αποφασιστικού στρατηγικού αποτελέσματος μέσα από μια περιορισμένη και μικρής διάρκειας εκστρατεία.
Ταυτόχρονα, ο κίνδυνος κλιμάκωσης - περιφερειακός πόλεμος, επιθέσεις σε αμερικανικές δυνάμεις, κλυδωνισμού των ενεργειακών αγορών και μακροχρόνια εμπλοκή - είναι σημαντικός.
Αυτό αφήνει στην Ουάσιγκτον δύο μη ελκυστικές επιλογές. Η πρώτη είναι μια μακρά και πολυδάπανη εκστρατεία για την οποία η κυβέρνηση δεν έχει όρεξη και η αμερικανική κοινή γνώμη μάλλον δεν θα υποστηρίξει.
Η δεύτερη είναι μια σύντομη και περιορισμένη στρατιωτική επιχείρηση που θα επιδείξει αποφασιστικότητα, αλλά πιθανώς δεν θα παράγει καθοριστικά αποτελέσματα, ιδίως όσον αφορά την εξασθένηση του ιρανικού καθεστώτος ή την ενδυνάμωση της αντιπολίτευσης.
Τα πράγματα περιπλέκονται περαιτέρω λόγω της κατάστασης της ιρανικής αντιπολίτευσης. Παρά τις εκάστοτε αναφορές σε πρόσωπα όπως ο Ρεζά Παχλαβί, η κυβέρνηση κατανοεί ότι δεν υπάρχει κάποια ενιαία και αξιόπιστη ηγεσία έτοιμη να αναλάβει στην περίπτωση που πέσει το καθεστώς. Ακόμα πιο σημαντικό, ο χρόνος δεν είναι με το πλευρό της Ουάσιγκτον. Όταν η εξωτερική πίεση μεταφραστεί σε πολιτική ευκαιρία, ίσως να έχει μείνει λιγοστή αντίσταση να διασωθεί στο Ιράν, δεδομένης της συστηματικής χρήσης φονικής βίας του καθεστώτος ενάντια στους διαδηλωτές.
Μέσα σε αυτό το υπόβαθρο, η κυβέρνηση εμφανίζεται επικεντρωμένη στη διατήρηση της φόρας της ιρανικής εξέγερσης, αποτρέποντας την Τεχεράνη και κερδίζοντας χρόνο μέχρι να αναπτυχθούν επαρκείς αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή.
Ενδεχομένως να υπάρχει και μια ελπίδα ότι το Ιράν θα αλλάξει ρότα υπό την πίεση. Όμως, η Τεχεράνη δεν βλέπει τις διαδηλώσεις ως πολιτική διαφωνία - τις βλέπεις ως υπαρξιακή απειλή. Κατ' επέκταση, η όποια μείωση της βίας μάλλον θα αντανακλά την εξάντληση των διαδηλωτών, παρά μια συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των ΗΠΑ.
Στο μεταξύ, παρά τις εσωτερικές εντάσεις και τις διαμάχες μεταξύ των ελίτ, το ιρανικό σύστημα παραμένει εν πολλοίς συντεταγμένο με την κεντρική στρατηγική κοσμοθεωρία του Αλί Χαμενεΐ. Ακόμα και αξιωματούχοι που ιδιωτικά επικρίνουν τις τωρινές πολιτικές, έχουν δείξει λιγοστή προθυμία ή δυνατότητα να προκαλέσουν με σημαντικό τρόπο το ένστικτο επιβίωσης του καθεστώτος.
Από την αμερικανική πλευρά, ακόμα και το πιο αισιόδοξο σενάριο - μια ξαφνική κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος - εγείρει άβολα ερωτήματα. Ποιος θα κυβερνήσει την επομένη ημέρα; Ποιος ελέγχει το στρατό, τις πυραυλικές δυνάμεις και την πυρηνική υποδομή; Και πως θα βεβαιώσει η Ουάσιγκτον ότι το επόμενο Ιράν δεν θα γίνει ακόμα πιο ασταθές ή εχθρικό;
Το συμπέρασμα είναι ότι η τωρινή κρίση στο Ιράν είναι θεμελιωδώς διαφορετική από προηγούμενες συγκρούσεις, όπου οι ΗΠΑ μπορούσαν να λειτουργούν από το περιθώριο ή να βασίζονται σε περιορισμένο εξαναγκασμό.
Σήμερα, η Ουάσιγκτον βρίσκεται σε ηγετική θέση δίχως ένα ξεκάθαρο πολιτικό στόχο. Η αλλαγή καθεστώτος θα απαιτούσε σχεδόν σίγουρα μια εκτενή και παρατεταμένη εκστρατεία, ενώ η ιρανική αντιπολίτευση εμφανίζεται υπερβολικά κατακερματισμένη και ασθενής ώστε να κεφαλαιοποιήσει την εξωτερική στρατιωτική πίεση.
Εν απουσία μιας ρεαλιστικής θεωρίας νίκης, οι ΗΠΑ διακινδυνεύουν να εμπλακούν σε μια σύγκρουση που αντιτίθεται προς τα ίδια τα στρατηγικά τους ένστικτα - πολύ μεγάλη για να είναι σύντομη, ή πολύ μικρή για να είναι αποφασιστική.
- Ο Ντάνι Σιτρίνοβιτς είναι ειδικός σε θέματα Μέσης Ανατολής του Atlantic Council και του INSS.
Πηγή: https://energypress.gr/