των Μίλτου Ασλάνογλου και Κώστα Παπαμιχαήλ
Η έναρξη προσφοράς των δυναμικών -ή πορτοκαλί- τιμολογίων σηματοδοτεί τη μετάβαση της αγοράς σε μια εποχή όπου, πέραν των μεγάλων επιχειρήσεων, και οι λοιποί καταναλωτές –οικιακοί και μικρές επιχειρήσεις— αποκτούν πλέον τη δυνατότητα ωριαίας τιμολόγησης, δηλαδή χρέωσης με διαφορετική τιμή ανά ώρα της ημέρας.
Η διάθεση δυναμικών τιμολογίων, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 944/2019, αποτελεί υποχρέωση για τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας με περισσότερους από 200.000 πελάτες. Η υποχρέωση αυτή ενσωματώθηκε στο εθνικό πλαίσιο με σχετική Υπουργική Απόφαση και τίθεται σε ισχύ από την 1η Φεβρουαρίου για τις μεγάλες επιχειρήσεις και από την 1η Απριλίου για τους οικιακούς καταναλωτές και τις λοιπές επιχειρήσεις.
Ο λόγος που τα δυναμικά τιμολόγια έρχονται πλέον στο προσκήνιο, συνδέεται άμεσα με τον τρόπο λειτουργίας του ενεργειακού συστήματος. Στο παρελθόν, η ηλεκτροπαραγωγή βασιζόταν κυρίως σε κατανεμόμενες (dispatchable) θερμικές μονάδες και συνεπώς μπορούσε, με σχετική ευελιξία, να προσαρμόζεται στη ζήτηση εντός της ημέρας. Σήμερα, με την ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή των ΑΠΕ στο μείγμα, η ηλεκτροπαραγωγή χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη μεταβλητότητα και περιορισμένη δυνατότητα προσαρμογής στο ημερήσιο προφίλ της κατανάλωσης. Οι κύριοι τρόποι για να διαχειριστούμε τη νέα αυτή πραγματικότητα είναι είτε η αποθήκευση ενέργειας μέσω μπαταριών είτε η ενίσχυση της ευελιξίας της κατανάλωσης, ώστε να προσαρμόζεται σε μεγαλύτερο βαθμό στις συνθήκες της παραγωγής.
Τα δυναμικά τιμολόγια στοχεύουν στο δεύτερο, παρέχοντας κίνητρα στο ευρύ καταναλωτικό κοινό για μεγαλύτερη ευελιξία από την πλευρά της ζήτησης. Αυτό συνεπάγεται αύξηση της κατανάλωσης τις ώρες υψηλής παραγωγής από ΑΠΕ –συνήθως τις μεσημβρινές ώρες– και μείωσή της τις ώρες χαμηλής παραγωγής και υψηλών τιμών, δηλαδή το απόγευμα και το βράδυ. Οι καταναλωτές που επιλέγουν τα δυναμικά τιμολόγια καλούνται να δίνουν έμφαση κυρίως στο «πότε» καταναλώνουν, περνώντας έτσι από έναν παθητικό ρόλο σε μια πιο ενεργή συμμετοχή στην αγορά, ανταποκρινόμενοι στα σήματα των τιμών.
Μια τέτοια αλλαγή, εφόσον συμβεί σε μεγάλη κλίμακα, δεν ωφελεί μόνο όσους επιλέγουν δυναμικά τιμολόγια, αλλά το σύνολο των καταναλωτών. Η μείωση της κατανάλωσης στις ώρες αιχμής της ζήτησης και η πιο ομαλή κατανομή της μέσα στην ημέρα οδηγούν σε καλύτερη αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών και περιορίζουν την ανάγκη για νέες, ακριβές επενδύσεις σε παραγωγή και δίκτυα. Αυτό μεταφράζεται σε χαμηλότερο συνολικό κόστος συστήματος και, τελικά, σε μικρότερη πίεση στις τελικές χρεώσεις για όλους τους καταναλωτές.
Στην πράξη, τα δυναμικά τιμολόγια θα αντικατοπτρίζουν –σε διαφορετικό βαθμό, ανάλογα με την εμπορική πολιτική κάθε προμηθευτή– τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς. Οι ωριαίες τιμές για κάθε ημέρα θα ανακοινώνονται εκ των προτέρων, έως τις 17:00 της προηγούμενης ημέρας. Για τους οικιακούς καταναλωτές και τις μικρές επιχειρήσεις ισχύουν συγκεκριμένοι ρυθμιστικοί κανόνες σχετικά με τη δομή των τιμολογίων, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια διαπραγμάτευσης εξατομικευμένων όρων.
Δεν ωφελούνται, όμως, όλοι το ίδιο. Εδώ βρίσκεται και το βασικό στοίχημα: τα δυναμικά τιμολόγια δεν είναι από μόνα τους φθηνότερα. Ωφελούν κυρίως όσους έχουν ήδη στραφεί σε ηλεκτρικές λύσεις και μπορούν πράγματι να μετακινούν την κατανάλωσή τους μέσα στην ημέρα: χρήστες ηλεκτρικών οχημάτων, καταναλωτές με αντλίες θερμότητας ή, γενικότερα, όσους διαθέτουν υψηλά ηλεκτρικά φορτία με χρονική ευελιξία. Αν αυτή η ευελιξία δεν αξιοποιηθεί, το όφελος περιορίζεται ή ακόμη και αντιστρέφεται. Το γεγονός ότι τα δυναμικά τιμολόγια αντικατοπτρίζουν τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς συνεπάγεται μεγαλύτερο ρίσκο για τον καταναλωτή και, συνεπώς, την ανάγκη για προσεκτική διαχείριση των φορτίων του.
Για τον σκοπό αυτό, κρίσιμος είναι ο ρόλος τόσο του εξηλεκτρισμού της κατανάλωσης όσο και των «έξυπνων» συσκευών και των αυτοματισμών. Όταν η αλλαγή συμπεριφοράς δεν βασίζεται στη χειροκίνητη παρέμβαση του καταναλωτή αλλά σε αυτοματοποιημένες λειτουργίες μέσω έξυπνων φορτιστών, αντλιών θερμότητας ή συσκευών με χρονοπρογραμματισμό, το κόστος προσαρμογής μειώνεται δραστικά και τα οφέλη μεγιστοποιούνται στην πράξη.
Βασική προϋπόθεση για τη δυναμική τιμολόγηση είναι, τέλος, η ύπαρξη έξυπνου μετρητή και η αξιόπιστη παροχή των σχετικών μετρητικών δεδομένων. Οι καταναλωτές που ενδιαφέρονται να συνάψουν σύμβαση δυναμικής τιμολόγησης πρέπει, σε συνεννόηση με τον προμηθευτή τους, να επιβεβαιώνουν με τον ΔΕΔΔΗΕ ότι ο μετρητής τους μπορεί να υποστηρίξει το συγκεκριμένο τιμολόγιο, καθότι ενδέχεται να απαιτούνται πρόσθετες ενέργειες ή εγκατάσταση εξοπλισμού από την πλευρά του Διαχειριστή. Σημειώνεται ότι για την ουσιαστική αξιοποίηση των δυναμικών τιμολογίων, η πρόσβαση του καταναλωτή σε μετρητικά δεδομένα σε σχεδόν πραγματικό χρόνο δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, αλλά ουσιαστικό εργαλείο κατανόησης και ελέγχου της ενεργειακής συμπεριφοράς του.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι, σε χώρες όπως η Σουηδία, η Φινλανδία, η Εσθονία, η Λιθουανία, η Ολλανδία και η Ισπανία, το μερίδιο των δυναμικών τιμολογίων κυμαίνεται κατά μέσο όρο στο 15%. Σύμφωνα με μελέτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των CEER και ACER, τόσο η υιοθέτηση όσο και τα οφέλη αυξάνονται όσο ενισχύεται η διείσδυση των ΑΠΕ, ο εξηλεκτρισμός της κατανάλωσης και η χρήση αυτοματισμών.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: τα δυναμικά τιμολόγια δεν είναι φθηνότερα από μόνα τους. Γίνονται φθηνότερα όταν αλλάζει το «πότε» καταναλώνουμε ηλεκτρική ενέργεια. Όταν τα δυναμικά τιμολόγια συνδυάζονται με τον εξηλεκτρισμό της κατανάλωσης και την αξιοποίηση «έξυπνων» συστημάτων, αυξάνονται τόσο τα κίνητρα όσο και οι δυνατότητες για τη χρονική μετατόπιση της κατανάλωσης, η οποία –εφόσον συμβεί σε ευρεία κλίμακα– συνεπάγεται σημαντικά οφέλη ως προς το κόστος του συστήματος για το σύνολο των καταναλωτών.
------------------------------
Ο κ. Μίλτος Ασλάνογλου είναι Γενικός Διευθυντής και ο κ. Κώστας Παπαμιχαήλ Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής του Ελληνικού Συνδέσμου Προμηθευτών Ενέργειας (ΕΣΠΕΝ)
Πηγή: https://energypress.gr/
