Χρήστος Στεφάνου
Νέα ένταση καταγράφεται στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με τις χονδρεμπορικές τιμές να κινούνται και πάλι σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη να εμφανίζει τις μεγαλύτερες πιέσεις. Στην Ελλάδα, η τιμή της προημερήσιας αγοράς για σήμερα, διαμορφώνεται στα 247 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ σε αρκετές γειτονικές αγορές ξεπερνά ακόμη και τα 300 ευρώ.
Η εξέλιξη έρχεται να επιβαρύνει περαιτέρω την εικόνα του Οκτωβρίου, καθώς η μέση τιμή της χονδρεμπορικής αγοράς εμφανίζεται αυξημένη κατά 10,64% σε σχέση με τον Σεπτέμβριο, δημιουργώντας νέα δεδομένα ενόψει της ανακοίνωσης των τιμολογίων λιανικής του Νοεμβρίου.
Ειδικότερα, η μέση τιμή του Οκτωβρίου διαμορφώνεται μέχρι στιγμής στα 172,94 ευρώ/MWh, έναντι 156,31 ευρώ/MWh τον προηγούμενο μήνα. Η διαφορά των 16,63 ευρώ ανά μεγαβατώρα αποτυπώνει την ανοδική τάση που επικρατεί στην αγορά, παρά τις σημαντικές ημερήσιες διακυμάνσεις.
Υπενθυμίζεται ότι στις 13 Οκτωβρίου η ελληνική χονδρεμπορική αγορά είχε φτάσει στα 224,57 ευρώ/MWh, για να υποχωρήσει την επόμενη ημέρα στα 138,95 ευρώ/MWh. Η νέα άνοδος στα 247 ευρώ επιβεβαιώνει ότι η αγορά παραμένει εξαιρετικά ευμετάβλητη, με τις μεταβολές στην παραγωγή από ΑΠΕ, τη ζήτηση και τη λειτουργία των θερμικών μονάδων να επηρεάζουν καθοριστικά τη διαμόρφωση των τιμών.
Από τα 0,01 στα 406 ευρώ μέσα στην ίδια ημέρα
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική της κατάστασης είναι η διακύμανση των ωριαίων τιμών για την Τρίτη. Η μέγιστη τιμή φτάνει τα 406 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ η ελάχιστη περιορίζεται σε μόλις 0,01 ευρώ.
Η τόσο μεγάλη απόσταση μεταξύ των δύο τιμών αναδεικνύει ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της σημερινής αγοράς ηλεκτρισμού: την υπερπροσφορά ενέργειας σε ορισμένες ώρες, κυρίως όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών είναι υψηλή, και την ανάγκη ενεργοποίησης ακριβότερων μονάδων όταν η παραγωγή των ΑΠΕ υποχωρεί.
Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας για την Τρίτη ανέρχεται σε 164 GWh, με τις ανανεώσιμες πηγές να συμμετέχουν στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής με ποσοστό 44%. Ακολουθεί το φυσικό αέριο με 38,9%, ενώ ο λιγνίτης καλύπτει το 6,3%, οι εισαγωγές το 6,8% και τα υδροηλεκτρικά το 3,5%.
Το γεγονός ότι σχεδόν τέσσερις στις δέκα μονάδες ηλεκτρικής ενέργειας παράγονται από φυσικό αέριο εξηγεί σε σημαντικό βαθμό την ευαισθησία της ελληνικής αγοράς στις ανατιμήσεις του καυσίμου. Η αυξημένη συμμετοχή των μονάδων αερίου, ιδιαίτερα κατά τις ώρες που δεν επαρκεί η παραγωγή από ΑΠΕ, διατηρεί ανοδικές πιέσεις στο κόστος.
Παράλληλα, οι ακραίες ενδοημερήσιες αποκλίσεις αναδεικνύουν την ανάγκη επιτάχυνσης των επενδύσεων στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας. Η ανάπτυξη μπαταριών μεγάλης κλίμακας θα μπορούσε να συμβάλει στην αξιοποίηση της φθηνότερης παραγωγής των ανανεώσιμων πηγών και στον περιορισμό των αιχμών τιμών κατά τις βραδινές ώρες.
Ακριβότερη η Νοτιοανατολική Ευρώπη
Η ανοδική κίνηση δεν περιορίζεται στην ελληνική αγορά. Αντίθετα, η ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης καταγράφει ακόμη υψηλότερες τιμές, με σημαντική απόκλιση από τις αγορές της Δυτικής Ευρώπης.
Στη Βουλγαρία η τιμή διαμορφώνεται στα 299 ευρώ/MWh, στη Ρουμανία στα 307 ευρώ, στη Σερβία στα 317 ευρώ και στην Ουγγαρία στα 326 ευρώ. Στην Αλβανία η τιμή φτάνει τα 255 ευρώ/MWh.
Αντίθετα, στη Γερμανία η τιμή βρίσκεται στα 195 ευρώ/MWh και στη Γαλλία στα 212 ευρώ/MWh, επίπεδα αισθητά χαμηλότερα από εκείνα που καταγράφονται στις αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Ενδεικτικά, η διαφορά μεταξύ Ουγγαρίας και Γερμανίας φτάνει τα 131 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ η ελληνική αγορά είναι ακριβότερη από τη γερμανική κατά 52 ευρώ.
Οι αποκλίσεις αυτές επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της περιορισμένης δυνατότητας μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των ευρωπαϊκών αγορών. Η ανεπαρκής διασυνοριακή μεταφορική ικανότητα σε ορισμένους διαδρόμους, σε συνδυασμό με τις διαφορετικές συνθήκες παραγωγής και ζήτησης, περιορίζει τη δυνατότητα σύγκλισης των τιμών.
Το κρίσιμο δεκαήμερο για τη λιανική
Με δεδομένο ότι απομένουν λιγότερες από δύο εβδομάδες μέχρι την ολοκλήρωση του Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον μεταφέρεται πλέον στη διαμόρφωση της τελικής μηνιαίας μέσης τιμής, η οποία αποτελεί βασική παράμετρο για τον καθορισμό των πράσινων τιμολογίων του Νοεμβρίου.
Η μέχρι στιγμής αύξηση κατά 10,64% δεν σημαίνει ότι θα υπάρξει αντίστοιχη αναπροσαρμογή στις τελικές χρεώσεις των καταναλωτών. Οι προμηθευτές λαμβάνουν υπόψη και άλλες παραμέτρους, όπως το κόστος αντιστάθμισης, τις εμπορικές εκπτώσεις και τη στρατηγική τους για τη διατήρηση ή την ενίσχυση των μεριδίων αγοράς.
Ωστόσο, η ανοδική πορεία της χονδρικής αυξάνει την πίεση στα περιθώρια των εταιρειών προμήθειας και περιορίζει τη δυνατότητα απορρόφησης του πρόσθετου κόστους, εφόσον οι υψηλές τιμές διατηρηθούν.
Στην εξίσωση προστίθεται και η πορεία της ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου, όπου οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι ανησυχίες για την επάρκεια του εφοδιασμού ενόψει του χειμώνα αποτελούν παράγοντες αβεβαιότητας.
Η εξέλιξη των τιμών του φυσικού αερίου, οι καιρικές συνθήκες, η παραγωγή των ΑΠΕ και η διαθεσιμότητα των ηλεκτρικών διασυνδέσεων θα καθορίσουν σε σημαντικό βαθμό την εικόνα της αγοράς κατά το τελευταίο δεκαήμερο του μήνα.
Πηγή: https://energypress.gr/