Πέτρος Αλεξανδρόπουλος
Αν και η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκεται μπροστά σε έναν ριζικό μετασχηματισμό, το φυσικό αέριο δύσκολα θα χάσει σύντομα την επιρροή του στην τελική διαμόρφωση των τιμών. Και παρά τη σημαντική ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και την αύξηση της συμμετοχής τους στο ενεργειακό μείγμα, το φυσικό αέριο θα εξακολουθήσει να επηρεάζει την αγορά για δεκαετίες, ακόμη και όταν η συμμετοχή τους στην ηλεκτροπαραγωγή θα έχει μειωθεί σημαντικά.
Ενδεικτική της τάσης που διαμορφώνεται, είναι μακροπρόθεσμη ανάλυση του νορβηγικού διαχειριστή συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας Statnett, σύμφωνα με την οποία το φυσικό αέριο θα μπορούσε να καθορίζει την οριακή τιμή ηλεκτρικής ενέργειας έως και στο 40% των ωρών το 2060, ενώ θα καλύπτει μόλις το 5–10% της συνολικής ετήσιας ηλεκτροπαραγωγής.
Η εκτίμηση αναδεικνύει ένα βασικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής αγοράς: η τεχνολογία που παράγει το μεγαλύτερο μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας δεν είναι απαραίτητα εκείνη που καθορίζει την τιμή της. Στο σύστημα οριακής τιμολόγησης, η τιμή διαμορφώνεται συνήθως από την ακριβότερη μονάδα παραγωγής που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης.
Οι μονάδες φυσικού αερίου συχνά καθορίζουν αυτή την τιμή, καθώς το κόστος λειτουργίας τους περιλαμβάνει την προμήθεια καυσίμου και τα δικαιώματα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Έτσι, ακόμη και όταν οι ανανεώσιμες πηγές καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης, το φυσικό αέριο μπορεί να εξακολουθεί να επηρεάζει τη χονδρεμπορική τιμή.
Η διαμόρφωση των τιμών
Στο βασικό σενάριό της, η Statnett προβλέπει ότι οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας θα μειωθούν σημαντικά τα επόμενα χρόνια. Μέχρι το 2030, οι τιμές στη Γερμανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο αναμένεται να κυμαίνονται γύρω στα 50 ευρώ/MWh.
Η πρόβλεψη βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην παραδοχή ότι οι τιμές του φυσικού αερίου θα εξομαλυνθούν μετά το τέλος του πολέμου στο Ιράν. Σύμφωνα με εξωτερικές αναλύσεις που επικαλείται η Statnett, οι τιμές αναμένεται να διαμορφωθούν στα 15–35 ευρώ/MWh από το 2035 έως το 2060.
Αντίθετα, στο στιγμιότυπο της αγοράς που συνόδευε την ανάλυση, το συμβόλαιο Νοεμβρίου στο ολλανδικό χρηματιστήριο φυσικού αερίου Title Transfer Facility (TTF), τον βασικό ευρωπαϊκό δείκτη αναφοράς, διαπραγματευόταν στα 88,90 ευρώ/MWh.
Η Statnett εκτιμά ότι η μείωση του κόστους των ενεργειακών τεχνολογιών, η επέκταση της πυρηνικής ενέργειας, η ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης και η μεγαλύτερη ευελιξία της ζήτησης θα συμβάλουν στη συγκράτηση των τιμών.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις μπαταρίες, οι οποίες μπορούν να αποθηκεύουν ηλεκτρική ενέργεια όταν η παραγωγή είναι υψηλή και να την αποδίδουν όταν η προσφορά περιορίζεται. Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται η ανάγκη λειτουργίας ακριβότερων μονάδων παραγωγής και περιορίζονται οι διακυμάνσεις των τιμών.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Statnett, την περίοδο 2030–2060 οι τιμές θα είναι μηδενικές ή αρνητικές κατά το 15–25% των ωρών, ενώ θα βρίσκονται κάτω από τα 25 ευρώ/MWh για το 45–50% του χρόνου.
Η εξέλιξη αυτή δεν συνεπάγεται, ωστόσο, ότι οι καταναλωτές θα απολαμβάνουν σταθερά χαμηλές τιμές. Η αγορά αναμένεται να χαρακτηρίζεται από περιόδους πολύ φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες θα εναλλάσσονται με ακριβότερες ώρες, όταν η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές δεν επαρκεί.
Το TTF και ο κίνδυνος νέας εκτίναξης των τιμών
Παρά τις θετικές μακροπρόθεσμες προβλέψεις, οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές της ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου παραμένουν αβέβαιες.
Η Erisa Pasko, ανώτερη αναλύτρια ευρωπαϊκού φυσικού αερίου στην Energy Aspects, προειδοποίησε ότι ένας ιδιαίτερα ψυχρός χειμώνας, σε συνδυασμό με παρατεταμένες διαταραχές στον εφοδιασμό λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, θα μπορούσε να οδηγήσει την τιμή TTF πάνω από τα 200 ευρώ/MWh.
Οι δύο βασικοί παράγοντες αβεβαιότητας είναι η ταχύτητα αποκατάστασης των προμηθειών από τη Μέση Ανατολή και οι καιρικές συνθήκες στην Ευρώπη. Σύμφωνα με την Pasko, τα περιθώρια περαιτέρω προσαρμογής της ζήτησης είναι περιορισμένα, γεγονός που θα μπορούσε να ενισχύσει τις ανοδικές πιέσεις σε περίπτωση παρατεταμένης διαταραχής.
Σε ένα σενάριο παρατεταμένων περιορισμών στην προσφορά και ήπιου χειμώνα, το συμβόλαιο TTF του επόμενου μήνα θα μπορούσε να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στα 135 ευρώ/MWh. Εάν, αντίθετα, επικρατήσουν ήπιες θερμοκρασίες και αποκατασταθούν οι ροές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από το Κατάρ, η τιμή θα μπορούσε να κινηθεί κοντά στα 79 ευρώ/MWh.
Πριν από την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ–Ιράν, στις 28 Φεβρουαρίου, το Κατάρ αντιπροσώπευε περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς LNG, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Energy Aspects. Μια παρατεταμένη διακοπή των εξαγωγών του θα επηρέαζε την παγκόσμια αγορά, εντείνοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ Ευρώπης και Ασίας για διαθέσιμα φορτία.
Τα αποθέματα φυσικού αερίου προσφέρουν ένα περιθώριο προστασίας, αν και παραμένουν χαμηλότερα από τα προηγούμενα έτη. Η Energy Aspects εκτιμά ότι τα αποθέματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα φθάσουν τα 80,4 δισ. κυβικά μέτρα, ή το 74% της χωρητικότητας, έως το τέλος Οκτωβρίου 2026. Το επίπεδο αυτό θα είναι κατά 10,9 δισ. κυβικά μέτρα χαμηλότερο από εκείνο του προηγούμενου έτους και κατά 18,3 δισ. κυβικά μέτρα χαμηλότερο από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.
Παρά τη σχετική υστέρηση, η Energy Aspects εκτιμά ότι τα αποθέματα επαρκούν για την κάλυψη της χειμερινής ζήτησης υπό φυσιολογικές καιρικές συνθήκες. Ένας ψυχρότερος χειμώνας, σε συνδυασμό με προβλήματα στις εισαγωγές LNG, θα μπορούσε, ωστόσο, να μεταβάλει γρήγορα τις ισορροπίες.
Οι τερματικοί σταθμοί LNG
Η αβεβαιότητα ως προς τον εφοδιασμό αναζωπυρώνει και τη συζήτηση για τη μακροπρόθεσμη χρησιμότητα των ευρωπαϊκών τερματικών σταθμών LNG.
Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η Ευρώπη επέκτεινε τις δυνατότητες εισαγωγής LNG, προκειμένου να αντικαταστήσει μεγάλο μέρος των ρωσικών προμηθειών μέσω αγωγών. Το αμερικανικό LNG, καθώς και πρόσθετες ποσότητες από τη Νορβηγία και άλλες πηγές, συνέβαλαν στην αναδιάρθρωση του ενεργειακού εφοδιασμού.
Ωστόσο, καθώς η ενεργειακή μετάβαση προχωρά και η ζήτηση φυσικού αερίου ενδέχεται να υποχωρήσει, τίθεται το ερώτημα εάν οι υφιστάμενες υποδομές θα παραμείνουν οικονομικά βιώσιμες.
Ο πρόεδρος της Gas Infrastructure Europe (GIE), Arno Bux, υποστηρίζει ότι η χαμηλή αξιοποίηση δεν σημαίνει πως οι τερματικοί σταθμοί αποτελούν απαξιωμένα περιουσιακά στοιχεία. Όπως ανέφερε σε συνέδριο στη Λιουμπλιάνα, οι περισσότεροι ευρωπαϊκοί τερματικοί σταθμοί έχουν δεσμευμένη δυναμικότητα έως και τη δεκαετία του 2030, ενώ ορισμένοι διαχειριστές εξετάζουν την προσφορά δυναμικότητας και μετά το 2035.
Κατά τον ίδιο, καθοριστικό στοιχείο είναι η δυνατότητα των εγκαταστάσεων να εξασφαλίζουν έσοδα, ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται περιορισμένα. Παράλληλα, η διατήρηση εφεδρικής δυναμικότητας είναι κρίσιμη για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων διαταραχών στον εφοδιασμό.
Η ενεργειακή κρίση του 2022 ανέδειξε την αξία αυτής της εφεδρείας, καθώς η Ευρώπη χρειάστηκε να εξασφαλίσει εναλλακτικές πηγές φυσικού αερίου σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ο Bux υπενθύμισε ότι ο τερματικός σταθμός Zeebrugge στο Βέλγιο είχε περιόδους κατά τις οποίες παραλάμβανε μόλις ένα φορτίο LNG τον μήνα, την ελάχιστη ποσότητα που απαιτούνταν για τη διατήρηση της θερμοκρασίας στις δεξαμενές του.
Παρά τη στρατηγική τους αξία, οι υποδομές LNG θα χρειαστεί να προσαρμοστούν στις μεταβαλλόμενες ενεργειακές ροές. Η μακροπρόθεσμη εμπορική βιωσιμότητά τους θα εξαρτηθεί από τη μελλοντική ζήτηση, τις συμβατικές δεσμεύσεις και το κόστος λειτουργίας τους.
Η ευελιξία στο επίκεντρο της ενεργειακής μετάβασης
Η πρόκληση για την Ευρώπη δεν είναι απλώς η αντικατάσταση του φυσικού αερίου με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά η δημιουργία ενός συστήματος που θα συνδυάζει χαμηλές τιμές, αξιόπιστο εφοδιασμό και μειωμένες εκπομπές.
Οι προβλέψεις της Statnett δείχνουν ότι η ανάπτυξη των μπαταριών, η ευελιξία της ζήτησης, η πυρηνική ενέργεια και η μείωση του κόστους των ανανεώσιμων τεχνολογιών μπορούν να περιορίσουν τις μέσες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, οι γεωπολιτικές κρίσεις και οι ακραίες καιρικές συνθήκες εξακολουθούν να δημιουργούν κινδύνους για την αγορά φυσικού αερίου.
Οι τερματικοί σταθμοί LNG παραμένουν κρίσιμο στοιχείο αυτής της εξίσωσης, καθώς μπορούν να λειτουργήσουν ως δίχτυ ασφαλείας απέναντι σε διαταραχές του εφοδιασμού, ακόμη και αν η χρήση τους μειωθεί στο μέλλον.
Το φυσικό αέριο ενδέχεται, επομένως, να χάσει μεγάλο μέρος της συμμετοχής του στην ευρωπαϊκή ηλεκτροπαραγωγή, χωρίς να χάσει αντίστοιχα γρήγορα την επιρροή του στις τιμές. Όσο οι μπαταρίες, η διαχείριση της ζήτησης και οι εναλλακτικές ευέλικτες τεχνολογίες δεν μπορούν να καλύπτουν πλήρως και αξιόπιστα τα κενά της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, το φυσικό αέριο θα παραμένει καθοριστικός παράγοντας στη διαμόρφωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη.
Πηγή: https://energypress.gr/
