Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Τι λένε οι πολίτες στην Ευρώπη για πυρηνική ενέργεια, υδρογόνο και δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα

Τι λένε οι πολίτες στην Ευρώπη για πυρηνική ενέργεια, υδρογόνο και δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα

του Βλάσση Οικονόμου 

Δύο νέες μελέτες του ευρωπαϊκού ερευνητικού οργανισμού IEECP, που εκπονήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος User-Centred Energy Systems (Users TCP) υπό την αιγίδα του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), επιχειρούν να απαντήσουν στο ερώτημα του ποιος αποφασίζει για την εγκατάστασή των νέων τεχνολογιών και πόσο ουσιαστικά συμμετέχουν οι πολίτες στις αποφάσεις. Οι μελέτες εξετάζουν τρεις τεχνολογίες απασχολούν ολοένα και περισσότερο την ενεργειακή πολιτική: το (ανανεώσιμο) υδρογόνο, τη δέσμευση, αξιοποίηση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα (CCUS) και τις προηγμένες πυρηνικές τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένων των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMRs).

Πρόκειται για τεχνολογίες που θα μπορούσαν να συμβάλουν θεωρητικά στη μείωση των εκπομπών, ιδιαίτερα στη βιομηχανία και σε άλλους τομείς όπου η απανθρακοποίηση παραμένει δύσκολη. Ωστόσο, οι τεχνικές δυνατότητες και η οικονομική σκοπιμότητα δεν αρκούν για να εξασφαλίσουν την επιτυχία τους.

Η πρώτη μελέτη, που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2026, ανέλυσε 155 επιστημονικές και άλλες δημοσιεύσεις της περιόδου 2000–2025, αναζητώντας τους παράγοντες που επηρεάζουν την κοινωνική αποδοχή νέων ενεργειακών υποδομών. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η αποδοχή δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τα τεχνικά ή οικονομικά χαρακτηριστικά μιας επένδυσης. Η εμπιστοσύνη προς τις δημόσιες αρχές και τους επενδυτές, η αντίληψη των κινδύνων, η διαφάνεια και η δίκαιη κατανομή των ωφελειών παίζουν καθοριστικό ρόλο. Η ανάλυση ανέδειξε επίσης ένα σημαντικό πρόβλημα: οι περισσότερες διαδικασίες συμμετοχής περιορίζονται στην ενημέρωση και στη συλλογή απόψεων, ενώ ουσιαστικότερες μορφές, όπως η συνδιαμόρφωση έργων και οι συνελεύσεις πολιτών, εφαρμόζονται πολύ λιγότερο συχνά.

Η δεύτερη μελέτη, που δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2026, προχώρησε ένα βήμα παραπέρα. Μέσα από διαδικτυακή έρευνα σε 2.422 πολίτες στην Αυστρία (609), την Ολλανδία (600), τη Σουηδία (602) και το Ηνωμένο Βασίλειο (611), εξέτασε όχι μόνο τις απόψεις τους για τις τεχνολογίες, αλλά κυρίως την προθυμία τους να συμμετέχουν στον σχεδιασμό σχετικών έργων.

Το ερώτημα ήταν συγκεκριμένο: εάν ένα έργο εγκαθίστατο σε απόσταση περίπου 10 χιλιομέτρων από την κατοικία τους, πόσο πρόθυμοι θα ήταν να συμμετάσχουν στη διαδικασία ανάπτυξής του; Για έργα ανανεώσιμου υδρογόνου, 44% έως 59% των ερωτηθέντων δήλωσαν πρόθυμοι να συμμετάσχουν σε διαδικασίες διαβούλευσης και σχεδιασμού. Για έργα δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα, το αντίστοιχο ποσοστό κυμάνθηκε από 29% έως 49%, ενώ για τις προηγμένες πυρηνικές τεχνολογίες από 22% έως 48%.

Η διαφοροποίηση ανάμεσα στις χώρες και τις τεχνολογίες δείχνει ότι δεν υπάρχει μία ενιαία ευρωπαϊκή αντίληψη για την ενεργειακή καινοτομία. Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η εικόνα για τον επιθυμητό τρόπο συμμετοχής.

Στη Σουηδία, κατά μέσο όρο στις τρεις τεχνολογίες, το 51% των ερωτηθέντων προτιμούσε συμβουλευτική συμμετοχή, δηλαδή ενημέρωση, δημόσιες συζητήσεις και δυνατότητα έκφρασης απόψεων. Στην Αυστρία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 42%. Όμως σημαντικό μέρος των πολιτών ζητά κάτι περισσότερο. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 40% των ερωτηθέντων κατά μέσο όρο προτιμούσε ενεργό συμμετοχή στη συνδιαμόρφωση των έργων, έναντι 34% στην Ολλανδία. Αν εξετάσουμε ξεχωριστά τις τεχνολογίες, τα ποσοστά ενεργότερης συμμετοχής κυμαίνονται από 32% έως 42%. Αυτό σημαίνει ότι περίπου τέσσερις στους δέκα ερωτηθέντες σε ορισμένες περιπτώσεις δεν αρκούνται σε μια ενημερωτική συνάντηση ή ένα ερωτηματολόγιο. Επιθυμούν συμμετοχή σε εργαστήρια σχεδιασμού, συνελεύσεις πολιτών ή διαδικασίες παρακολούθησης των έργων. Αντίθετα, η ομάδα όσων δεν ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν ή δεν εκφράζουν σαφή προτίμηση είναι μικρότερη. Κατά μέσο όρο στις τρεις τεχνολογίες, κυμαίνεται από 10% στη Σουηδία έως 21% στην Αυστρία.

Τα αποτελέσματα αυτά αμφισβητούν την αντίληψη ότι οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται για σύνθετες ενεργειακές αποφάσεις. Ένα σημαντικό εύρημα αφορά τους λόγους που κινητοποιούν τους πολίτες. Η στατιστική ανάλυση δείχνει ότι σε όλες τις χώρες και για τις τρεις τεχνολογίες, η θετική στάση απέναντι στην τεχνολογία και η αντίληψη ότι ένα έργο θα μπορούσε να είναι αποδεκτό κοντά στον τόπο κατοικίας συνδέονται με μεγαλύτερη προθυμία συμμετοχής. Ωστόσο, οι ανησυχίες δεν οδηγούν απαραίτητα σε αδιαφορία. Αντίθετα, μπορούν να αποτελέσουν κίνητρο συμμετοχής.

Ειδικά για το ανανεώσιμο υδρογόνο, οι πολίτες που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στη δίκαιη κατανομή του κόστους και των ωφελειών εμφανίζουν μεγαλύτερη προθυμία συμμετοχής και στις τέσσερις χώρες. Για τη δέσμευση και αποθήκευση CO₂, η προηγούμενη ενημέρωση και οι πηγές πληροφόρησης φαίνεται επίσης να έχουν σημασία. Στη Σουηδία, η επιστημονική πληροφόρηση συνδέεται με μεγαλύτερη προθυμία συμμετοχής, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο αντίστοιχη συσχέτιση εμφανίζεται για την κυβερνητική ενημέρωση. Στις προηγμένες πυρηνικές τεχνολογίες, η εμπιστοσύνη προς τους φορείς εποπτείας αναδεικνύεται ως σημαντικός παράγοντας στην Ολλανδία.

Το μήνυμα είναι σαφές: η συμμετοχή δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με υποστήριξη μιας επένδυσης. Κάποιος μπορεί να επιθυμεί να συμμετάσχει ακριβώς επειδή διαφωνεί, ανησυχεί ή θέλει να κατανοήσει καλύτερα τις συνέπειες ενός έργου. Οι μελέτες αναδεικνύουν επίσης τη διαφορά ανάμεσα στη γενική αποδοχή μιας τεχνολογίας και στην αποδοχή μιας συγκεκριμένης εγκατάστασης. Είναι διαφορετικό να υποστηρίζει κανείς το υδρογόνο ως λύση για την ενεργειακή μετάβαση και διαφορετικό να συμφωνεί με μια εγκατάσταση παραγωγής ή αποθήκευσής του δίπλα στην κατοικία του.

Τα ευρήματα έχουν ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, όπου οι ίδιες τεχνολογίες βρίσκονται ήδη ή εισέρχονται στον ενεργειακό σχεδιασμό και στον δημόσιο διάλογο. Το ανανεώσιμο υδρογόνο εξετάζεται ως λύση για τη μείωση των εκπομπών στη βιομηχανία και σε συγκεκριμένες μεταφορές. Η δέσμευση και αποθήκευση CO₂ συζητείται για βιομηχανικές εγκαταστάσεις με δύσκολα αντιμετωπίσιμες εκπομπές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις σχεδιαζόμενες υποδομές αποθήκευσης στον Πρίνο.

Παράλληλα, οι μικροί αρθρωτοί πυρηνικοί αντιδραστήρες έχουν αρχίσει να εμφανίζονται στον ελληνικό δημόσιο διάλογο ως πιθανή μελλοντική ενεργειακή επιλογή, χωρίς να έχει ληφθεί απόφαση εγκατάστασής τους. Κάθε τεχνολογία δημιουργεί διαφορετικά ερωτήματα. Για το υδρογόνο, ζητήματα ασφάλειας, κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας και νερού. Για την αποθήκευση CO₂, ζητήματα γεωλογικής ασφάλειας, μακροχρόνιας παρακολούθησης και ευθύνης. Για τις πυρηνικές τεχνολογίες, ζητήματα κόστους, ασφάλειας, αποβλήτων και ανεξάρτητης εποπτείας.

Στην Ελλάδα έχουμε ήδη σημαντική εμπειρία από αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών σε έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, δίκτυα και άλλες υποδομές. Συχνά η δημόσια συζήτηση περιορίζεται σε ένα δίλημμα υπέρ ή κατά της επένδυσης, χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική συμμετοχή στον σχεδιασμό της. Δεν είναι όμως όλες οι αντιδράσεις αποτέλεσμα ελλιπούς ενημέρωσης. Μπορεί να συνδέονται με πραγματικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, με ζητήματα χωροθέτησης, με την απουσία τοπικών ωφελειών ή με τη δυσπιστία απέναντι στους φορείς που λαμβάνουν τις αποφάσεις. Αυτό που δείχνει η έρευνα του IEECP είναι ότι δεν αρκεί να εξηγήσουμε καλύτερα στους πολίτες μια τεχνολογία αλλά πρέπει να τους εντάξουμε ενεργά στο διάλογο. 

Η εφαρμογή των συμπερασμάτων αυτών στην Ελλάδα απαιτεί μια διαφορετική προσέγγιση στον σχεδιασμό ενεργειακών υποδομών.

Πρώτον, η συμμετοχή πρέπει να ξεκινά πριν οριστικοποιηθούν η χωροθέτηση και τα βασικά χαρακτηριστικά ενός έργου. Μια δημόσια διαβούλευση όταν οι περισσότερες αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ουσιαστική.

Δεύτερον, χρειάζεται ανεξάρτητη και κατανοητή ενημέρωση για το κόστος, τα οφέλη, τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, τους κινδύνους και τις εναλλακτικές επιλογές.

Τρίτον, πρέπει να υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι συμμετοχής. Από ανοικτές συναντήσεις και ερωτηματολόγια μέχρι τοπικά εργαστήρια συνδιαμόρφωσης, συνελεύσεις πολιτών και επιτροπές παρακολούθησης.

Τέταρτον, η τοπική αυτοδιοίκηση πρέπει να έχει ουσιαστικότερο ρόλο. Οι δήμοι και οι περιφέρειες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται απλώς ως φορείς που γνωμοδοτούν στο τέλος μιας διαδικασίας. Μπορούν να οργανώνουν τον διάλογο, να εκπροσωπούν τις τοπικές ανάγκες και να διεκδικούν συγκεκριμένες εγγυήσεις και οφέλη.

Τέλος, χρειάζεται διαφάνεια σχετικά με το ποιος ωφελείται και ποιος αναλαμβάνει το κόστος ή τους κινδύνους μιας επένδυσης. Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν μπορεί να αποτελεί μια γενική διακήρυξη. Πρέπει να αποτυπώνεται σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις και διαδικασίες λογοδοσίας.

Η τεχνολογική καινοτομία είναι απαραίτητη, αλλά δεν εξασφαλίζει από μόνη της την κοινωνική νομιμοποίηση ενός έργου. Μια επένδυση μπορεί να είναι τεχνικά εφικτή και οικονομικά συμφέρουσα, αλλά να μη συμβαδίζει με τις ανάγκες και τις προτεραιότητες μιας τοπικής κοινωνίας.

Η πρόκληση για την Ελλάδα είναι σημαντική, καθώς τα επόμενα χρόνια θα κληθεί να λάβει αποφάσεις για νέες ενεργειακές υποδομές. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να πείσουμε τους πολίτες να αποδεχθούν νέες τεχνολογίες. Είναι να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε να συμμετέχουν στον καθορισμό του ενεργειακού μέλλοντος της χώρας, έχοντας ακόμη και τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν ή να αλλάξουν μια προτεινόμενη επιλογή.

Μπορείτε να συμμετέχετε στην διαδικτυακή ενημέρωση για τα πρώτα ευρήματα σε κάθε νέα τεχνολογία στον ακόλουθο σύνδεσμο Infrastructure begins with people: How to approach public engagement for green hydrogen, CCUS, and advanced nuclear - IEECP

- Βλάσης Οικονόμου, Institute for European Energy and Climate Policy



Πηγή: https://energypress.gr/




ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ