Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Εναλλακτικοί δρόμοι απολιγνιτοποίησης στην Ευρώπη Του Ευστάθιου Χιώτη

Εναλλακτικοί δρόμοι απολιγνιτοποίησης στην Ευρώπη  Του Ευστάθιου Χιώτη

 

Η ενεργειακή κρίση του 2026 είναι διπλή, πολιτικοστρατιωτική και κλιματική. Η κρίση της Μέσης Ανατολής ήρθε να προσθέσει νέες ανατροπές σ’ αυτές του πολέμου στην Ουκρανία που συνεχίζονται, ενώ οι υψηλές θερμοκρασίες και η ξηρασία του 2026 προκάλεσαν την υπολειτουργία των υδροηλεκτρικών και των θερμοηλεκτρικών σταθμών. Για την κάλυψη του ενεργειακού κενού αυξήθηκε η κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ευρώπη, παρά το διπλασιασμό της τιμής αερίου στο τελευταίο εξάμηνο, ενώ οι χώρες με μονάδες άνθρακα, εξετάζουν την επαναλειτουργία τους ή αύξησαν την παραγωγή τους. Η αύξηση ζήτησης και τιμής φυσικού αερίου με χαμηλά αποθέματα το καλοκαίρι 2026 στην Ευρώπη, αναπόφευκτα θα ενταθεί το χειμώνα, περίοδο υψηλής ζήτησης αερίου.

Η χαμηλή στάθμη του Δούναβη λόγω της φετινής ξηρασίας επηρεάζει αρνητικά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην κεντρική και νοτιοανατολική Ευρώπη. Οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί στην Αυστρία, τη Σερβία και την Τσεχία υποφέρουν από έλλειψη νερού, ενώ υπολειτουργούν οι πυρηνικοί σταθμοί στην Ουγγαρία και Ρουμανία. Στην Αυστρία τα αποθέματα νερού της χώρας βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδό τους εδώ και περίπου εκατό χρόνια. Η παροχή του Δούναβη στη Βιέννη περιορίστηκε σε 700 κυβικά μέτρα νερού ανά δευτερόλεπτο, σε σύγκριση με μια τυπική καλοκαιρινή ροή περίπου 2.000 m³/sec. 

Στη Κίνα η ενεργειακή παραγωγή από άνθρακα ενισχύθηκε στο πρώτο εξάμηνο 2026 με νέες μονάδες ισχύος 30 GW. Ανέκαμψε επίσης η παραγωγή των υπαρχουσών με συνολική αύξηση παραγωγής κατά 43% σε ετήσια βάση. Η τάση αυτή της Κίνας εκμηδενίζει στην πράξη τα μέτρα περιβαλλοντικής ευαισθησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Η τάση στην Ευρώπη είναι αντίστροφη, αλλά προβληματίζει, όπως φαίνεται από τη συγκριτική περιγραφή που ακολουθεί. Η ξηρασία ανέδειξε το σημαντικό ρόλο του νερού στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και οδήγησε στη μείωση παραγωγής, όχι μόνον υδροηλεκτρικών έργων και πυρηνικών σταθμών, αλλά και σταθμών άνθρακα στη Πολωνία. Κατ’ επέκταση, η πίεση στα Κέντρα Δεδομένων είναι διπλή για την εξασφάλιση τόσο της ηλεκτρικής ενέργειας, όσο και του νερού ψύξης.

 

Συγκριτική ανάλυση στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Πολωνία

Η Πολωνία στηρίζεται στον άνθρακα για το ήμισυ της ηλεκτρικής της ενέργειας, ενώ η αιολική και η ηλιακή ενέργεια αποτελούν μόνο το 25 τοις εκατό του μείγματος. Στη διάρκεια της ξηρασίας 2026 αναγκάστηκε να μειώσει την παραγωγή των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα μετά από τα εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα νερού στον ποταμό Βιστούλα. Λέγεται ότι για το λόγο αυτό μειώθηκε η ισχύς των σταθμών άνθρακα κατά  1,3 GW και εξετάζεται ο διπλασιασμός ισχύος ενέργειας ΑΠΕ. Η ροή του ποταμού κοντά στον σταθμό ηλεκτροπαραγωγής Kozienice μειώθηκε σε μόλις 135 κυβικά μέτρα ανά δευτερόλεπτο στις 5 Αυγούστου 2026, αντανακλώντας σοβαρές συνθήκες ξηρασίας, ενώ το σύστημα ψύξης του σταθμού αντλεί περίπου 80-100 m³/s νερού από τον ποταμό.

Υποστηρίζεται πλέον ότι η τελευταία ξηρασία στην Ευρώπη θα πρέπει να αποτελέσει «κλήση αφύπνισης» για την Πολωνία και την υπόλοιπη ήπειρο, για μετάβαση σε τεχνολογίες όπως η ηλιακή και η αιολική ενέργεια που απαιτούν τη λιγότερη ποσότητα νερού. Ωστόσο, η Πολωνία φαίνεται να αποτελεί ευρωπαϊκό πρότυπο ενεργειακής μετάβασης, όπως υπονοεί σε συνέντευξή του ο Πολωνός επικεφαλής της Siemens Energy στην Πολωνία Nalezyty (Το συστημικό σχέδιο της Ανατολικής Ευρώπης για την αντικατάσταση του άνθρακα, 15 Ιουλίου 2026). Περιγράφει τη φιλοσοφία της ενεργειακής μετάβασης για τις χώρες με παράδοση στον άνθρακα και λέει ότι το να βλέπεις την Πολωνία και τους γείτονές της στην Ανατολική Ευρώπη μέσα από το πρίσμα απομάκρυνσης από τον άνθρακα είναι μια απλούστευση. Δεν πρόκειται για μετάβαση από τον άνθρακα, αλλά για ολιστικό μετασχηματισμό του ενεργειακού τομέα. Η αντικατάσταση του άνθρακα παραμένει η μεγαλύτερη ευκαιρία της Ευρώπης για την απαλλαγή του τομέα της ενέργειας από τις ανθρακούχες εκπομπές, αλλά η επιτυχία εξαρτάται από την οικοδόμηση ενός διαφοροποιημένου, ανταγωνιστικού και ανθεκτικού ενεργειακού συστήματος και όχι απλώς από την αντικατάσταση μιας τεχνολογίας με μια άλλη -επισήμανση ιδιαίτερης σημασίας για την Ελλάδα.

Τονίζει ότι χρειάζεται ολιστική προσέγγιση που θα επεκτείνεται στο ευρύτερο ενεργειακό σύστημα συμπεριλαμβανομένου του δικτύου˙ πράγμα που φαίνεται να έχει διαφύγει από ορισμένες χώρες που έχουν επενδύσει φιλοδοξίες και χρήματα σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά δεν έχουν κάνει το ίδιο για το δίκτυό τους. Εξηγεί ότι ο ενεργειακός μετασχηματισμός της χώρας θα είναι ένας «ανασχεδιασμός του δικτύου» και προσθέτει ότι αυτό είναι επίσης πολύ απαραίτητο για την αναδιάρθρωση της ενεργειακής γεωγραφίας της χώρας. Ιστορικά οι μονάδες άνθρακα της Πολωνίας βρίσκονταν κυρίως στα νότια ή νοτιοδυτικά της χώρας και, ως εκ τούτου, προωθούσαν την ενέργειά τους προς τα βόρεια. (Κάτι ανάλογο αναμένεται και στην Ελλάδα με την ανάπτυξη ΑΠΕ στη Κρήτη και την εγκατάσταση ενάλιων ανεμογεννητριών). Τώρα, λέει ο Nalezyty, η πιθανή ανάπτυξη νέων πυρηνικών και η περαιτέρω επέκταση των υφιστάμενων υπεράκτιων αιολικών πάρκων θα βρίσκονται όλα στα βόρεια, εξ ου και η ανάγκη για «ανασχεδιασμό» του δικτύου.

Δύο άλλα πράγματα που πιστεύει ότι πρέπει να πάνε «χέρι-χέρι» είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η ενέργεια από φυσικό αέριο. Ο Nalezyty θέλει να εξαλείψει την έννοια του φυσικού αερίου ως «καυσίμου γέφυρας» με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και αντ' αυτού προτείνει να είναι ένας «σύντροφος». Το φυσικό αέριο πρέπει να πηγαίνει χέρι-χέρι με την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για να διασφαλιστεί η σταθερότητα του εφοδιασμού. Έτσι, στο μέλλον, θα έχουμε ανανεώσιμη ενέργεια υποστηριζόμενη από ένα ευέλικτο εφοδιασμό αερίου, το οποίο θα παραμείνει ως μέρος του ενεργειακού μείγματος. 

Ωστόσο, ο Nalezyty λέει ότι οι αποφάσεις αφορούν πλέον «όχι μόνο το τι είναι σωστό για την Πολωνία, αλλά και για την υπόλοιπη Ευρώπη. Η ενεργειακή ασφάλεια πρέπει να ενσωματώνεται σε κάθε απόφαση που λαμβάνεται. Εμείς, ως Ευρωπαίοι, έχουμε κάνει μια μεγάλη και σημαντική αλλαγή στην κατανόησή μας για την ενεργειακή ασφάλεια: ότι μπορεί να έχει ένα τίμημα, αλλά είναι σημαντικό, είναι μια αξία. Επομένως, ενσωματώνουμε στο ενεργειακό μας μείγμα όχι μόνο τους στόχους για το κλίμα, αλλά και τους στόχους για την ενεργειακή ασφάλεια. Τελικά, η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να εξισορροπήσει την προσιτή τιμή, την αξιοπιστία, την ανθεκτικότητα και τη βιωσιμότητα. Σοφή προσέγγιση στην οποία είναι ανεπίδεκτοι οι ενεργειακοί επιτελείς στην Ελλάδα.

 

Τσεχία

Η ηλεκτρική ενέργεια διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην κλιματική στρατηγική της Τσεχίας και στην πορεία της για την απαλλαγή από τις εκπομπές θερμοκηπίου. Ο άνθρακας είναι μια από τις κύριες πηγές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά αυτό αναμένεται να αλλάξει. Ιστορικά, το μεγαλύτερο μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας παρήχθη από άνθρακα, αλλά το σχετικό του μερίδιο μειώνεται σταθερά από το 1990, εκθρονισμένο από την πυρηνική ενέργεια το 2023. Η πυρηνική ενέργεια παρέχει πλέον περίπου το 40% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ακολουθούμενη από τον άνθρακα 36% περίπου. Η βιοενέργεια είναι η μεγαλύτερη ανανεώσιμη πηγή ενέργειας στο μείγμα, ακολουθούμενη από την ηλιακή και την υδροηλεκτρική ενέργεια. Οι μονάδες συμπαραγωγής με καύση άνθρακα μετατρέπονται σε φυσικό αέριο, και η πυρηνική και η ανανεώσιμη παραγωγή πρόκειται να επεκταθούν (IEA, Czechia 2025).

Η Τσεχία έχει ορίσει έναν εθνικό στόχο για την εγκατάλειψη του άνθρακα έως το 2033. Η στρατηγική για την απαλλαγή από τον άνθρακα επικεντρώνεται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ως την κύρια αντικατάσταση του άνθρακα αυτή τη δεκαετία, υποστηριζόμενη από ευέλικτες μονάδες φυσικού αερίου. Σύμφωνα με εκτιμήσεις οι μονάδες άνθρακα θα μειωθούν από 7 GW περίπου στις αρχές του 2026 σε 0,4 - 0,5 GW έως το 2030.

Το 2021 αποσύρθηκε ο σταθμός παραγωγής ενέργειας Mělník III, ισχύος 500 MW. Είχε τεθεί σε λειτουργία το 1981 και ήταν η μεγαλύτερη μονάδα με καύση άνθρακα στην Τσεχία. Πρόκειται να αντικατασταθεί από σταθμό συνδυασμένου κύκλου παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας με καύση φυσικού αερίου. Δύο άλλες μονάδες παραγωγής ενέργειας με καύση άνθρακα στο Mělník αναμένεται να λειτουργήσουν έως το 2030 (Radio Prague International, 08/16/2026).

 

Γερμανία

Η Γερμανία και η Ιταλία έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι μπορεί να είναι απαραίτητη η διατήρηση της παραγωγής ενέργειας από άνθρακα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν διαταράσσει ολοένα και περισσότερο τον παγκόσμιο εφοδιασμό σε καύσιμα. 

Σε έρευνα του BBC υπογραμμίζεται ότι «η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής άνθρακα για την παραγωγή ενέργειας στην Ευρώπη και ο τέταρτος μεγαλύτερος στον κόσμο μετά την Κίνα, την Ινδία και τις ΗΠΑ». Ωστόσο, έχει δεσμευτεί να σταματήσει εντελώς τη χρήση του έως το 2038.  Για τον λιγνίτη που είναι πιο ρυπογόνος από το λιθάνθρακα, η Γερμανία επιδιώκει να επισπεύσει τη σταδιακή κατάργησή του έως το 2030.

Ωστόσο, η πρόσφατη αύξηση των παγκόσμιων τιμών φυσικού αερίου μετά τη σύγκρουση ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν, έχει ενθαρρύνει ορισμένες χώρες να επανεξετάσουν τον άνθρακα ως πηγή ενέργειας. Οι δηλώσεις του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς τον Μάρτιο 2026 είναι ενδεικτικές: «Πρέπει να προμηθεύσουμε αυτή τη χώρα με ηλεκτρική ενέργεια. Δεν είμαι διατεθειμένος να θέσω σε κίνδυνο τον πυρήνα της βιομηχανίας μας απλώς και μόνο επειδή έχουμε υιοθετήσει σχέδια σταδιακής κατάργησης που έχουν καταστεί μη ρεαλιστικά». Δυστυχώς το μήνυμα αυτό δεν περνάει τα ελληνικά σύνορα και αγνοείται από επιτελικούς σχεδιασμούς με πολιτικές προτεραιότητες και ανυποχώρητες επιλογές της πολυεθνικής ΔΕΗ.

Προς το παρόν, περίπου το 20% της γερμανικής παραγωγής ενέργειας προέρχεται από άνθρακα, αλλά είναι επιθυμητή η μείωση με την ανάπτυξη της αιολικής και ηλιακής ενέργειας. Στην πραγματικότητα, η Γερμανία ήδη λαμβάνει περισσότερο από το ήμισυ της ηλεκτρικής της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, 59% το 2025. Ως εφεδρική πηγή της αιολικής και ηλιακής ενέργειας, ειδικά για τους χειμερινούς μήνες, θέλει να αντικαταστήσει τον άνθρακα με περισσότερους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας φυσικού αερίου, οι οποίοι γενικά απελευθερώνουν το μισό διοξείδιο του άνθρακα. Το φυσικό αέριο αντιπροσωπεύει σήμερα το 13% της γερμανικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας».

Το ερώτημα των ημερών που επανέρχεται στη Γερμανία μετά από συμφωνία του 2022 είναι αν θα μπορούσε η να λειτουργήσει ορισμένους από τους σταθμούς παραγωγής ενέργειας με καύση άνθρακα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Και ήρθε στην επικαιρότητα γιατί καθυστέρησε μια ενδιάμεση έκθεση σχετικά με τις επιπτώσεις της εξόδου από τον λιγνίτη στο κρατίδιό της με τη μεγαλύτερη παραγωγή λιγνίτη, τη Ρηνανία Βεστφαλία. Η Γερμανία συμφώνησε το 2022 με τον μεγαλύτερο παραγωγό ενέργειας της, την RWE, ανοίγοντας νέα σελίδα για τη σταδιακή κατάργηση της παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη έως τον Μάρτιο του 2030, αλλά η καύση εισαγόμενου λιθάνθρακα  προβλέπεται να καταργηθεί το 2038.

Η καθυστέρηση έκδοσης ενδιάμεσης έκθεσης αξιολόγησης της πορείας από-ανθρακοποίησης έχει τροφοδοτήσει εικασίες της αγοράς ότι η Γερμανία θα μπορούσε να επιλέξει να θέσει ορισμένα λιγνιτικά εργοστάσια της RWE σε κατάσταση αναμονής ασφαλείας μέχρι το τέλος του 2033, για να διασφαλίσει την ικανοποίηση της ζήτησης (Reuters, 14 Αυγούστου 2026).

Ο Καγκελάριος  Merz δήλωσε σχετικά ότι «τώρα πρέπει να διασφαλίσουμε ότι μπορούμε να επιτύχουμε παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας βασικού φορτίου βραχυπρόθεσμα και γι' αυτό έχουμε υποβάλει αίτηση στις Βρυξέλλες και έχουμε λάβει άδεια για σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο φυσικό αέριο».

 

Ιταλία 

Η Ιταλία υποτίθεται ότι θα είχε καταργήσει σταδιακά την παραγωγή ενέργειας από άνθρακα μέχρι το τέλος του 2025, ψήφισε όμως την παράταση αυτής της προθεσμίας κατά περισσότερο από μια δεκαετία, στο 2038. Η νομοθεσία θα επιτρέψει σε ορισμένες μονάδες άνθρακα να τεθούν σε αναμονή για περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Θέλει μάλιστα οι μονάδες να χαρακτηριστούν ως «στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία» - εμείς τα καταστρέφουμε -  για να εξαιρεθούν από τους κανόνες της ΕΕ περί κρατικών ενισχύσεων, ώστε η κυβέρνηση να μπορεί να πληρώσει τους φορείς εκμετάλλευσης για την αδράνειά εφεδρείας (Η Γερμανία και η Ιταλία μπορεί να επιστρέψουν στον άνθρακα, Απρίλιος 2026).

 

Ρουμανία

Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στη Ρουμανία μειώθηκε κατά 20% από το κλείσιμο πυρηνικών σταθμών λόγω της χαμηλής στάθμης του Δούναβη και επανεξετάζεται η επαναλειτουργία μονάδων άνθρακα. Η απόσυρση λιγνιτικών σταθμών τροποποιήθηκε με νόμο, ο οποίος συνδέει τη διακοπή λειτουργίας τους με την ολοκλήρωση της αντικατάστασής τους από μονάδες χαμηλών εκπομπών άνθρακα, φυσικού αερίου και ΑΠΕ, που βρίσκονται ακόμη υπό κατασκευή. Ο νομοθετική τροποποίηση  οφείλεται στις χρόνιες καθυστερήσεις στην κατασκευή των νέων μονάδων και σε ελλείψεις ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης ξηρασίας. Στην πράξη, το κλείσιμο των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής με καύση λιθάνθρακα και λιγνίτη καθυστερεί σταδιακά μέχρις ότου μία ή περισσότερες εγκαταστάσεις ενέργειας χαμηλών εκπομπών άνθρακα τεθούν σε εμπορική λειτουργία. Οι τροποποιήσεις προκάλεσαν έντονη πολιτική κριτική,  επειδή η Ρουμανία έχει ήδη λάβει δισεκατομμύρια ευρώ σε χρηματοδότηση από την ΕΕ για να αντικαταστήσει τις μονάδες άνθρακα με μονάδες χαμηλότερων εκπομπών (Η Ρουμανία υιοθετεί νόμο για τον άνθρακα που θέτει σε κίνδυνο τα κονδύλια της ΕΕ, 11 Αυγούστου 2026).

 

Βουλγαρία

Στη Βουλγαρία γίνονται επενδύσεις καινοτόμου τεχνολογίας στις κρατικές μονάδες άνθρακα της λεκάνης Maritsa για να ενισχύσουν τη σταθερότητα του δικτύου, να βελτιώσουν την ευελιξία και να επιταχύνουν την ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τόνισε ο αναπληρωτής Υπουργός Ενέργειας Zhecho Stankov. Δήλωσε επίσης ότι η χώρα πρόσθεσε 5 GWh πέρυσι και εκτίμησε ότι η συνολική χωρητικότητα BESS θα φτάσει τις 15 GWh μέχρι τα μέσα του 2026 (Balkan Green Energy News, 2 Ιουνίου 2026).

Ειδικότερα, η ContourGlobal κατασκεύασε στο εργοστάσιο άνθρακα Maritsa East 3, ένα αυτόνομο σύστημα αποθήκευσης ενέργειας από μπαταρίες 202 MW και 500 MWh. Η μονάδα συμμετέχει ενεργά στη προημερήσια και ενδοημερήσια  αγορά της Βουλγαρίας, χρησιμοποιώντας τη σύνδεση δικτύου μιας από τις πρώην μονάδες της. Επιπλέον, δύο μονάδες άνθρακα παρέμειναν σε εφεδρική λειτουργία, παρέχοντας ηλεκτρική ενέργεια κατά τη διάρκεια περιόδων αιχμής της ζήτησης. Εξ άλλου, η AES Corp. ενδιαφέρεται να αντικαταστήσει έναν από τους λέβητες στο εργοστάσιο άνθρακα AES Maritsa East με έναν αντιδραστήρα τηγμένου άλατος για την αποθήκευση ενέργειας.

Στις 12 Αυγούστου 2026, η βουλγαρική κυβέρνηση ενέκρινε ένα νέο τετραετές Ενεργειακό Πρόγραμμα που καθορίζει τις κυβερνητικές προτεραιότητες έως το 2030. Το πρόγραμμα επιδιώκει να εξισορροπήσει την ασφάλεια εφοδιασμού, την προσιτή ενέργεια των νοικοκυριών και την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας (CIJ.World 18/8/26). Προβλέπεται η διατήρηση μέρους της δυναμικότητας παραγωγής άνθρακα της χώρας για την ενίσχυση  σε περιόδους ασυνήθιστα υψηλής ζήτησης. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα αναπτυχθούν παράλληλα με την πυρηνική, την υδροηλεκτρική, το φυσικό αέριο και την υπάρχουσα συμβατική παραγωγή και όχι μέσω μιας πολιτικής που θα επικεντρώνεται σε μια ενιαία τεχνολογία.

Η δυναμικότητα μεταφοράς μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας έχει προγραμματιστεί να αυξηθεί σε 93 GWh την ημέρα έως τον Οκτώβριο του 2026, ενώ η δυναμικότητα προς τη Ρουμανία στο Negru Voda/Kardam έχει στόχο να φτάσει τις 295 GWh ημερησίως έως τον Απρίλιο του 2027.

Ο Πρωθυπουργός της Βουλγαρίας σημείωσε επίσης ότι η αναβολή κλεισίματος των θερμοηλεκτρικών σταθμών στη λεκάνη του Μαρίτσα έως το 2038 δεν επιλύει το ζήτημα της οικονομικής τους βιωσιμότητας κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δεδομένων των κλιματικών στόχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του υψηλού κόστους των δικαιωμάτων εκπομπών άνθρακα. Για το λόγο αυτό, η βουλγαρική κυβέρνηση, μαζί με άλλα κράτη μέλη της ΕΕ, εργάζεται για την αναθεώρηση του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS) της ΕΕ και για την αναγνώριση της σημασίας της παραγωγής ενέργειας από άνθρακα ως κυρίαρχης πηγής ηλεκτρικής ενέργειας βασικού φορτίου (IENE 14/8/2026).

 

Ελλάδα

Στην Ελλάδα όλα εξελίχθηκαν βάσει επιτελικής διακήρυξης με πολιτικά κριτήρια, χωρίς μελέτες, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, την ενεργειακή ασφάλεια -ουσιαστικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια- τις απολύσεις προσωπικού, την αχρήστευση βιομηχανικών επενδύσεων πολλών δις, χάριν της μεταβίβασης στη πολυεθνική ΔΕΗ τεράστιας αγροτικής έκτασης του Δημοσίου, που θα έπρεπε να αποδοθεί στους αγρότες. 

Η εξέλιξη απολιγνιτοποίησης συνοψίζεται σε δημοσίευμα που φιλοξενεί απόψεις της υφυπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας κυρίας Σδούκου (Balkan Green Energy News, Ιούλιος 30, 2024).

«Το 2019, μετά τη νίκη του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές, η ελληνική κυβέρνηση φιλοδοξούσε να καταργήσει σταδιακά τον άνθρακα έως το 2023. Εν τω μεταξύ, μετά από μακρές συζητήσεις, εικασίες και την πίεση από την ενεργειακή κρίση, η επίσημη ημερομηνία-στόχος ήταν το 2028. Ωστόσο, σύμφωνα με την πρόσφατη απάντηση της κρατικής ΔΕΗ σε κοινοβουλευτική συζήτηση, η χώρα θα σταματήσει να καίει στερεά ορυκτά καύσιμα το 2026.

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, οι μονάδες 1 και 2 του εργοστασίου άνθρακα του Αγίου Δημητρίου θα κλείσουν τον επόμενο μήνα (συνέντευξη στις 30 Ιούλιος 2024), ενώ οι εγκαταστάσεις Μελίτης και Μεγαλόπολης θα κλείσουν μέχρι το τέλος του έτους (2024), και οι μονάδες 3, 4 και 5 στον Άγιο Δημήτριο το 2025.

Όσο για το νέο λιγνιτικό σταθμό Πτολεμαΐδα 5, μια προηγούμενη ιδέα ήταν να μετατραπεί σε μονάδα φυσικού αερίου αργότερα μέσα στη δεκαετία, ώστε να παραμείνει λειτουργικός. Ωστόσο, η ΔΕΗ φαίνεται πλέον να θεωρεί την επιλογή αυτή μη εφικτή και ανακοίνωσε το κλείσιμο της μονάδας το 2026.

Η κυρία Σδούκου έδωσε συγκριτικά στοιχεία κόστους για την Πτολεμαΐδα 5, τις ηλιακές και τις αιολικές μονάδες. Σύμφωνα με την υφυπουργό το κόστος παραγωγής είναι 120 ευρώ ανά MWh, σε σύγκριση με το σταθμισμένο κόστος (LCOE)  για τα νέα ηλιακά πάρκα 40 έως 45 ευρώ ανά MWh και 55 έως 65 ευρώ ανά MWh για τα αιολικά πάρκα. Ωστόσο επεσήμανε ότι απαιτούνται άλλα 20 έως 30 ευρώ ανά MWh για την αποθήκευση ενέργειας σε μπαταρίες».

PPC updates lignite exit plan, new Ptolemaida 5 unit to shut down in 2026




ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ