Πέτρος Αλεξανδρόπουλος
Η ευρωπαϊκή κούρσα για την απανθρακοποίηση του ηλεκτρικού συστήματος δημιουργεί μια απρόσμενη παρενέργεια: η ηλεκτρική ενέργεια γίνεται ορισμένες φορές υπερβολικά φθηνή για να πουληθεί.
Σε ολόκληρη την ήπειρο, οι αγορές ηλεκτρισμού βιώνουν ολοένα και συχνότερα περιόδους αρνητικών τιμών, κατά τις οποίες οι παραγωγοί ουσιαστικά πληρώνουν για να διοχετεύσουν ηλεκτρική ενέργεια στο δίκτυο. Το φαινόμενο, που κάποτε ήταν σπάνιο, εξελίσσεται πλέον σε δομικό χαρακτηριστικό της ενεργειακής μετάβασης της Ευρώπης, καθώς η ανάπτυξη της ηλιακής και αιολικής παραγωγής προχωρά ταχύτερα από την αύξηση της ζήτησης και των υποδομών δικτύου.
Αναλυτές της αγοράς και σύμβουλοι ενέργειας υποστηρίζουν πλέον ότι μόνο μια δραματική επέκταση της αποθήκευσης με μπαταρίες (BESS) - πιθανώς «δεκάδων γιγαβάτ» επιπλέον ισχύος- θα μπορέσει να περιορίσει την επιδείνωση της ανισορροπίας.
H διάσταση του προβλήματος
Το πρόβλημα έγινε ιδιαίτερα εμφανές νωρίτερα αυτόν τον μήνα, όταν οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στη Γερμανία κατέρρευσαν στα EUR -499/MWh την 1η Μαΐου, σε ένα από τα πιο ακραία επεισόδια τιμολόγησης που έχουν καταγραφεί στη μεγαλύτερη αγορά ηλεκτρισμού της Ευρώπης. Η κατάρρευση ανέδειξε ένα σύστημα που πιέζεται ολοένα περισσότερο από την υπερπαραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας κατά τις ηλιόλουστες και ανεμώδεις περιόδους, σε συνδυασμό με ανεπαρκείς διασυνδέσεις και περιορισμένες δυνατότητες αποθήκευσης.
«Οι αρνητικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας πιθανότατα δεν θα εξαφανιστούν πλήρως έως το 2030, αλλά θα είναι σημαντικά πιο σπάνιες και δεν θα φτάνουν στα σημερινά ακραία επίπεδα», δήλωσε στο Montel ο Georg Gallmetzer, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας μπαταριών Eco Stor.
To σύστημα
Ωστόσο, ο Gallmetzer και άλλοι παρατηρητές της αγοράς προειδοποιούν ότι οι μπαταρίες θα είναι αποτελεσματικές μόνο εφόσον η ανάπτυξή τους επιταχυνθεί σημαντικά και το ρυθμιστικό πλαίσιο προσαρμοστεί στις ανάγκες της αγοράς.
Η Γερμανία, παρά το γεγονός ότι πρωτοπορεί στην ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Ευρώπη, δεν διαθέτει δεσμευτικούς στόχους για την ανάπτυξη αποθήκευσης με μπαταρίες έως το 2030. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τους αναλυτικούς μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς της χώρας για την ηλιακή και αιολική ενέργεια έως το 2045.
Η απουσία σαφών στόχων για την αποθήκευση προκαλεί αυξανόμενη ανησυχία σε επενδυτές και ενεργειακές εταιρείες. Οι αναλυτές θεωρούν πλέον ότι οι μπαταρίες είναι εξίσου στρατηγικής σημασίας με τις ίδιες τις ανανεώσιμες πηγές, καθώς προσφέρουν την απαραίτητη ευελιξία για την απορρόφηση πλεονάζουσας ενέργειας και την επαναδιοχέτευσή της σε περιόδους αυξημένης ζήτησης.
«Αυτό που είναι σημαντικό για τον κλάδο είναι ένα αξιόπιστο ρυθμιστικό πλαίσιο», δήλωσε επίσης στο Montel, ο Mirko Schlossarczyk, διευθύνων σύμβουλος της συμβουλευτικής εταιρείας Enervis με έδρα το Βερολίνο.
H εικόνα στη Γερμανία
Σήμερα, η Γερμανία διαθέτει περίπου 2,5 GW εγκατεστημένης ισχύος μπαταριών μεγάλης κλίμακας, σύμφωνα με τη Γερμανική Ένωση Συστημάτων Αποθήκευσης Ενέργειας. Οι προβλέψεις για το τέλος της δεκαετίας διαφέρουν σημαντικά, αντανακλώντας την αβεβαιότητα γύρω από τις επενδύσεις και τα κίνητρα της αγοράς. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται από 10 GW έως 20 GW έως το 2030.
Ακόμη και το ανώτερο επίπεδο αυτών των προβλέψεων ενδέχεται να αποδειχθεί ανεπαρκές.
Πρόσφατη μελέτη της συμβουλευτικής Thema έδειξε ότι οι ώρες με τιμές κάτω από EUR 3/MWh στη Γερμανία και τη Γαλλία θα μειωθούν μόνο οριακά ακόμη και αν εγκατασταθεί ισχύς μπαταριών ίση με την ηλιακή ισχύ. Η έκθεση υποστήριξε ότι η μετατόπιση φορτίου μέσω μπαταριών δεν αρκεί για να εξομαλύνει τις μεγάλες μεσημεριανές αιχμές παραγωγής από φωτοβολταϊκά.
Τα προβλήματα
Δομικά προβλήματα εξακολουθούν να περιπλέκουν την κατάσταση. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, οι πυρηνικοί σταθμοί δεν μπορούν πάντα να μειώνουν ευέλικτα την παραγωγή τους κατά τη διάρκεια των θερινών περιόδων χαμηλής ζήτησης, ενώ η υπολειμματική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας είναι ολοένα πιο ασθενής τα ηλιόλουστα απογεύματα.
Η Γαλλία διαθέτει σήμερα περίπου 1,5 GW αποθηκευτικής ισχύος συνδεδεμένης στο δίκτυο, ενώ περίπου 15 GW έργων βρίσκονται σε λίστα αναμονής για σύνδεση. Ωστόσο, οι αναλυτές εκτιμούν ότι θα απαιτηθούν πολύ μεγαλύτεροι στόλοι μπαταριών για να περιοριστούν ουσιαστικά τα επεισόδια αρνητικών τιμών.
Ο Corentin Baschet από τη συμβουλευτική Clean Horizon δήλωσε ότι τελικά θα απαιτηθούν «δεκάδες GW» μπαταριών μόνο στη Γαλλία.
Οι προβλέψεις του τοποθετούν τη γαλλική ισχύ μπαταριών στα 6 GW έως το 2030 και στα 10 GW έως το 2040 — επίπεδα που, όπως υποστηρίζει, θα παραμείνουν ανεπαρκή μπροστά στην αναμενόμενη ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών.
Παρά το μέγεθος της πρόκλησης, ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι η αγορά αρχίζει να προσαρμόζεται.
Ο Jonathan Hoare της Aurora Energy Research υπογραμμίζει ότι οι μπαταρίες θα αποτελέσουν «έναν από τους βασικούς παράγοντες που θα μειώσουν τον αριθμό των αρνητικών τιμών στο μέλλον», εφόσον η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών εξισορροπηθεί καλύτερα με επενδύσεις ευελιξίας.
Η γαλλική ρυθμιστική αρχή CRE εισήγαγε ήδη νέους κανόνες που υποχρεώνουν τις επιδοτούμενες μονάδες ανανεώσιμων πηγών που λειτουργούν με καθεστώς εγγυημένων τιμών να σταματούν την παραγωγή κατά τις περιόδους αρνητικών τιμών. Περίπου οι μισές γαλλικές εγκαταστάσεις ανανεώσιμων πηγών υπάγονται σε αυτό το καθεστώς.
Το μέτρο αναμένεται να περιορίσει το βάθος των αρνητικών τιμών, ακόμη κι αν οι τιμές συνεχίσουν να κινούνται κοντά στο μηδέν σε περιόδους υπερπροσφοράς.
Η Βρετανία
Η Βρετανία προσφέρει ένα ακόμη παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η ανάπτυξη μπαταριών μπορεί να αλλάξει τη συμπεριφορά της αγοράς. Το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρείται ευρέως η πιο ώριμη αγορά αποθήκευσης με μπαταρίες στην Ευρώπη, αντιπροσωπεύοντας περίπου το ένα τέταρτο έως το ένα τρίτο της εγκατεστημένης ισχύος μπαταριών της ηπείρου.
Σε αντίθεση με την ηπειρωτική Ευρώπη, όμως, οι περίοδοι αρνητικών τιμών στη Βρετανία τείνουν να είναι σχετικά σύντομες.
«Στο πλαίσιο της βρετανικής αγοράς, οι μπαταρίες μπορούν να απορροφήσουν μερικές αιχμές αρνητικών τιμών», δήλωσε ο Victor Yip.
Σύμφωνα με τον Yip, η Βρετανία επωφελείται από ισχυρότερες ενδοημερήσιες διακυμάνσεις ζήτησης και από επεισόδια αρνητικών τιμών που προκαλούνται από τον άνεμο και συνήθως διαρκούν λίγο, γεγονός που καθιστά τις μπαταρίες ιδιαίτερα αποτελεσματικές για την εξισορρόπηση του συστήματος.
Ωστόσο, ακόμη και το Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετωπίζει πλέον ανησυχίες για πιθανή υπερπροσφορά έργων αποθήκευσης. «Ο κίνδυνος υπερβολικής ανάπτυξης έχει γίνει σημαντική ανησυχία για τους επενδυτές», δήλωσε ο Yip, προειδοποιώντας ότι πάρα πολλά έργα ενδέχεται να ανταγωνίζονται για τις ίδιες ευκαιρίες arbitrage.
Η ΝΑ Ευρώπη και η Ελλάδα
Το άρθρο του Montel υπογραμμίζει ότι η πρόκληση γίνεται ιδιαίτερα έντονη στη νοτιοανατολική Ευρώπη, όπου η ανάπτυξη της ηλιακής ενέργειας επιταχύνεται ραγδαία ενώ οι ενισχύσεις δικτύου καθυστερούν.
Και κάνει ιδιαίτερη αναφορά στην Ελλάδα, τονίζοντας ότι έχει αναδειχθεί σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της νέας πραγματικότητας της αγοράς.
Τον Απρίλιο, η χώρα κατέγραψε 640 δεκαπεντάλεπτα αρνητικών τιμών — πολύ περισσότερα από τις γειτονικές αγορές της νοτιοανατολικής Ευρώπης, οι οποίες κατέγραψαν συνήθως μεταξύ 377 και 379 αντίστοιχων περιόδων. Παρ’ όλα αυτά, η μέση αρνητική τιμή στην Ελλάδα παρέμεινε σχετικά ήπια στα EUR -5,82/MWh.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, αυτό αντανακλά την ικανότητα της χώρας να εξάγει πλεονάζουσα φθηνή ηλεκτρική ενέργεια προς γειτονικά συστήματα, αποτρέποντας βαθύτερη κατάρρευση των τιμών.
«Η Ελλάδα περνά σε αρνητικές τιμές συχνότερα από τους άλλους, αλλά όχι τόσο βαθιά», δήλωσε ο Γεώργιος Μεραχτσάκης, ενεργειακός αναλυτής στο Montel Analytics.
«Αυτό οφείλεται επίσης στις εξαγωγές. Η Ελλάδα εξάγει φθηνή ενέργεια ώστε να μην εγκλωβίζεται στο σύστημα και γι’ αυτό οι τιμές δεν πέφτουν τόσο χαμηλά».
Ύστερα από χρόνια καθυστερήσεων λόγω γραφειοκρατίας και ρυθμιστικών εμποδίων, η Ελλάδα έχει αρχίσει επιτέλους να συνδέει μεγάλης κλίμακας συστήματα αποθήκευσης στο δίκτυο. Περίπου 650 MW ισχύος μπαταριών αναμένεται να τεθούν σε λειτουργία κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους.
Η ανάγκη είναι εμφανής. Η εγκατεστημένη ηλιακή ισχύς της χώρας έφτασε τα 11 GW πέρυσι, ενώ οι περικοπές ανανεώσιμης παραγωγής το 2025 έχουν ήδη διπλασιαστεί σε σύγκριση με το 2024.
Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, οι traders και οι συμμετέχοντες στην αγορά θεωρούν ότι η αποθήκευση με μπαταρίες θα καταστεί απαραίτητη σε ολόκληρη τη νοτιοανατολική Ευρώπη, όχι μόνο για τον περιορισμό των αρνητικών τιμών αλλά και για τη μείωση των περικοπών ανανεώσιμης ενέργειας και τη διατήρηση της σταθερότητας του δικτύου.
Σε αγορές όπως η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία, όπου η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών συνεχίζει να υπερβαίνει τις επενδύσεις σε δίκτυα και μηχανισμούς ευελιξίας, οι μπαταρίες αντιμετωπίζονται πλέον ως κρίσιμο εργαλείο εξισορρόπησης και όχι ως συμπληρωματική τεχνολογία.
Πηγή: https://energypress.gr/
