Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

Πετρέλαιο: Πώς το Ορμούζ θα απωλέσει τη στρατηγική σημασία του

Πετρέλαιο: Πώς το Ορμούζ θα απωλέσει τη στρατηγική σημασία του

του Γεωργίου Μάτσου 

Το ότι οι ΗΠΑ δεν είχαν προετοιμαστεί για το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ ούτε μπορούν να κάνουν πολλά για να ανοίξει, σημαίνει ότι χρειαζόμαστε λύσεις "out of the box" για την επάρκεια σε πετρέλαιο.

Τέτοια λύση μπορεί να είναι η παρασκευή συνθετικών καυσίμων.

Τα σύγχρονα συνθετικά καύσιμα ονομάζονται e-fuels διότι παράγονται, με πρώτες ύλες διοξείδιο του άνθρακα και υδρογόνο, κυρίως από ηλεκτρική ενέργεια, που χρησιμοποιείται για συλλογή διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα και παραγωγή υδρογόνου μέσω ηλεκτρόλυσης νερού.

Αν η ηλεκτρική ενέργεια προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές, τότε τα e-fuels αποτελούν μορφή ανανεώσιμων καυσίμων.

Τα e-fuels μπορούν να αποθηκεύουν και να αξιοποιούν το πλεόνασμα ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται σε ώρες αιχμής και συχνά απορρίπτεται.

Το 2025 δεν απορρίφθηκε πολλή ελληνική ηλεκτρική ενέργεια, όπως συνέβαινε στις αρχές του ίδιου έτους, διότι αυτή τελικά εξήχθη στην Ουκρανία, που αντιμετωπίζει σοβαρά πολεμικά πλήγματα στην εγχώρια ηλεκτροπαραγωγή της.

Πριν όμως τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, η Ελλάδα πρέπει αφενός να διαχειρίζεται αποτελεσματικά τις διακυμάνσεις των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αφετέρου να αξιοποιεί το διαρκώς αυξανόμενο, πλεονάζον ρεύμα των ΑΠΕ.

Λόγω έκρηξης επενδύσεων στην πρωτογενή παραγωγή και στην αποθήκευση ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας, η Ελλάδα θα καταστεί τα επόμενα χρόνια υπέρμετρα πλεονασματική.

Το πλεονάζον ηλεκτρικό ρεύμα λοιπόν, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην Ελλάδα – και όχι μόνον – για την παρασκευή συνθετικού μεθανίου, συνθετικής μεθανόλης, συνθετικού ντίζελ και συνθετικής βενζίνης.

Διστακτικά αναπτύσσονται ήδη διεθνώς τέτοια projects. Απέχουν όμως από την εμπορική εφαρμογή, κυρίως λόγω κόστους και υψηλών απωλειών ενέργειας κατά τη διαδικασία παραγωγής τους.

Και οι δύο αυτές παράμετροι θα βελτιωθούν ουσιωδώς, μόνον εάν τα συνθετικά καύσιμα αρχίσουν να παράγονται μαζικά, καθώς θα διενεργείται τότε επαρκής έρευνα και ανάπτυξη για βελτίωση της αποδοτικότητας και μείωση του κόστους τους.

Αν η ενεργειακή μετάβαση επιχορηγείται ούτως ή άλλως, πρέπει να επιδοτηθούν, στις απαρχές τους τουλάχιστον, οι υποδομές παραγωγής και η έρευνα για τα συνθετικά καύσιμα.

Τα e-fuels σήμερα έχουν έλλειμμα ανταγωνιστικότητας τόσο ως προς τα ορυκτά καύσιμα, όσο και ως προς την ηλεκτροκίνηση.

Βασικό πλεονέκτημα κόστους της ηλεκτροκίνησης είναι η ελαχιστοποίηση των απωλειών ενέργειας. Τούτο ισχύει βέβαια έναντι όλων των διεργασιών εσωτερικής καύσης. Συνεπώς, στα e-fuels οι δεδομένες απώλειες των θερμικών κινητήρων εσωτερικής καύσης προστίθενται στις απώλειες ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη σύνθεση των e-fuels, που ανέρχονται μεταξύ 40% και 60%.

Το πλεονέκτημα της ηλεκτροκίνησης ως προς το μεταβλητό κόστος της ενέργειας, εξουδετερώνει εν μέρει το αρχικό κόστος των μπαταριών. Με τα σημερινά τεχνολογικά δεδομένα είναι πολύ υψηλότερο από το αρχικό κόστος των κινητήρων εσωτερικής καύσης. Επίσης, το κόστος των υποδομών ηλεκτροκίνησης (φορτιστών, δικτύου, ιδιωτικών θέσεων στάθμευσης κλπ.) που πρέπει να αναπτυχθούν.

Αν και οι περισσότερες μελέτες που συγκρίνουν τα συνολικά κόστη ηλεκτροκίνησης και εσωτερικής καύσης δείχνουν υπεροχή της ηλεκτροκίνησης σε μακροχρόνια διατήρηση του αυτοκινήτου, οι καταναλωτές παραμένουν δύσπιστοι. 

Το κυρίαρχο κυβερνητικό bias υπέρ της ηλεκτροκίνησης δεν πρέπει πάντως να σταθεί εμπόδιο στην ισότιμη μεταχείριση e-fuels και ηλεκτροκίνησης, με δεδομένα τα υφιστάμενα τεχνικά και εμπορικά μειονεκτήματα της τελευταίας.

Ως προς δε τα ορυκτά καύσιμα, οι διαφορές κόστους με τα e-fuels πρέπει να γεφυρωθούν (ακόμη και με απαλλαγή των e-fuels από τον ΕΦΚ πετρελαιοειδών, ως περιβαλλοντικώς φιλικά καύσιμα) για πολλούς λόγους:

Αν είμαστε ειλικρινείς με την πράσινη μετάβαση, τα e-fuels πρέπει να αποτελέσουν μέρος της, αξιοποιώντας τις υπάρχουσες υποδομές χρήσης υδρογονανθράκων.
Εφόσον το διοξείδιο του άνθρακα είναι αέριο θερμοκηπίου, η ανακύκλωσή του μέσω των e-fuels αντί για παραγωγή επιπλέον CO2 από την καύση ορυκτών υδρογονανθράκων, θα συμβάλλει σημαντικά στους κλιματικούς στόχους.
Η γεωπολιτική αστάθεια τόσο έναντι της Ρωσίας, όσο και στον Περσικό Κόλπο, επιβάλλει την ταχύτατη ανάπτυξη εναλλακτικών.
Συνθετικά καύσιμα όμως δεν είναι μόνον τα σύγχρονα e-fuels.

Κατά το παρελθόν παρήχθησαν συνθετικά καύσιμα σε βιομηχανικές μάλιστα ποσότητες με διάφορες τεχνολογίες μετατροπής άνθρακα σε υδρογονάνθρακες.

Η πρώτη και ιστορικά σημαντικότερη περίπτωση βιομηχανικής παραγωγής συνθετικών καυσίμων ήταν στη ναζιστική Γερμανία, που δεν είχε πρόσβαση σε πετρελαιοπηγές (με εξαίρεση τις ρουμανικές). Χρειαζόταν όμως υδρογονάνθρακες για την πολεμική αεροπορία, το πολεμικό ναυτικό και τον στρατό της.

Χρησιμοποίησε λοιπόν τα μεγάλα της ανθρακωρυχεία, συνθέτοντας σε 25 συνολικά εργοστάσια, το 92% και 50%, αντίστοιχα, των αεροπορικών καυσίμων και του συνολικού "πετρελαίου" που χρησιμοποίησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ακόμη περισσότερους υδρογονάνθρακες παρήγαγε το καθεστώς του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική επίσης από άνθρακα, προκειμένου να αποφύγει τις διεθνείς εις βάρος του κυρώσεις, αξιοποιώντας τα τεράστια νοτιοαφρικανικά ανθρακωρυχεία.

Κατά τη λήξη του απαρτχάιντ το 1994, η χρήση συνθετικών καυσίμων ανερχόταν σε 30% του συνόλου της εγχώριας κατανάλωσης. Η συνολική νοτιοαφρικανική δυνατότητα παραγωγής συνθετικών καυσίμων ήταν πάντως αρκετά μεγαλύτερη, επιτρέποντας στο καθεστώς να διαπραγματεύεται αποτελεσματικότερα παράκαμψη των κυρώσεων.

Αν και η παραγωγή υδρογονανθράκων από (ορυκτό) άνθρακα διαφέρει καίρια, τεχνολογικά και περιβαλλοντικά, από τα e-fuels (που παρασκευάζονται, όπως προαναφέρθηκε, από ηλεκτρόλυση νερού και ατμοσφαιρικό CO2), κοινό στοιχείο τους είναι η στρατηγική αυτονομία που προσφέρουν σε χώρες στερούμενες ορυκτών υδρογονανθράκων, όταν η προμήθεια των τελευταίων καθίσταται γεωπολιτικώς προβληματική.

Τόσο η Ελλάδα, που διαθέτει λιγνίτη σε αφθονία, όσο και οι λοιπές ευρωπαϊκές χώρες, που εγκαταλείπουν την εξόρυξη άνθρακα, οφείλουν να εξετάσουν την παραγωγή υδρογονανθράκων από άνθρακα σε βιομηχανική κλίμακα, αφού τεχνολογία υπάρχει από παλιά.

Αντί η Πτολεμαΐδα V να μετατραπεί σε ένα ακόμη εργοστάσιο ηλεκτροπαραγωγής από (εισαγόμενο) φυσικό αέριο, ας εξεταστεί η μετατροπή της σε εργοστάσιο παραγωγής συνθετικών υδρογονανθράκων – τόσο από άνθρακα, όσο και e-fuels.

Το ίδιο μπορεί να γίνει με τα λοιπά εγκαταλελειμμένα θερμοηλεκτρικά εργοστάσια της ΔΕΗ, των οποίων τα λιγνιτωρυχεία επίκειται να μετατραπούν σε ταμιευτήρες νερού για αντλησιοταμίευση.

Η στρατιωτική αντιπαλότητα της Δύσης με τη Ρωσία και το Ιράν μάλλον ευρίσκεται μόνον στις απαρχές της. Η σύγκρουση στο Ιράν ίσως εξελιχθεί σε μακροχρόνια, όπως της Ουκρανίας. Απαιτούνται συνεπώς λύσεις αυτονόμησης.

Έχουν ήδη χαθεί δεκαετίες που θα μπορούσαν να είχαν αξιοποιηθεί σε εντατικότερες έρευνες για βελτίωση των διαδικασιών παραγωγής και μείωση του κόστους των συνθετικών καυσίμων.

Έστω και αργά, τα συνθετικά καύσιμα πρέπει να γίνουν μέρος της ενεργειακής ζωής μας. Ιδίως στη στερούμενη ορυκτών υδρογονανθράκων Ευρώπη.

(capital.gr)



Πηγή: https://energypress.gr/




ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ