Πέτρος Αλεξανδρόπουλος
Αντιμέτωπη με έναν ακόμα δύσκολο χειμώνα είναι η Ευρώπη. Τέσσερα χρόνια μετά τη χειρότερη ενεργειακή κρίση των τελευταίων δεκαετιών, οι αγορές ηλεκτρικής ενέργειας εκπέμπουν νέα προειδοποιητικά σήματα.
Τα χειμερινά συμβόλαια ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη διαπραγματεύονται πλέον με το υψηλότερο premium από την ενεργειακή κρίση του 2022, που είχε προκληθεί από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η άνοδος αντανακλά τους αυξανόμενους φόβους ότι η Ευρώπη μπορεί να εισέλθει στη χειμερινή περίοδο με ανεπαρκή ενεργειακά αποθέματα, εν μέσω διαταραχών στις παγκόσμιες προμήθειες φυσικού αερίου, μειωμένων υδροηλεκτρικών αποθεμάτων και χαμηλών επιπέδων αποθήκευσης.
Στη Γερμανία και την Ιταλία — τις δύο μεγαλύτερες ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την παραγωγή μέσω φυσικού αερίου — τα χειμερινά συμβόλαια βασικού φορτίου έχουν ξεπεράσει τα 110 ευρώ και 120 ευρώ ανά μεγαβατώρα αντίστοιχα. Σύμφωνα με στοιχεία της LSEG οι τιμές αυτές έχουν ένα premium άνω του 20 σε σύγκριση με τα συμβόλαια παράδοσης για το 2027, γεγονός που καταδεικνύει την αυξανόμενη ανησυχία για τον άμεσο κίνδυνο ελλείψεων κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Βackwardation
Η συγκεκριμένη δομή τιμολόγησης, γνωστή στις αγορές εμπορευμάτων ως backwardation, σημαίνει ότι οι επενδυτές είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν σημαντικό premium για βραχυπρόθεσμα συμβόλαια, επειδή φοβούνται ελλείψεις και νέες εκρήξεις τιμών τους επόμενους μήνες.
Στο επίκεντρο της νέας αναταραχής βρίσκεται η παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου, η οποία παραμένει εξαιρετικά ευάλωτη παρά τις προσπάθειες της Ευρώπης να μειώσει την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο.
Η σημερινή κρίση συνδέεται κυρίως με την κλιμάκωση της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή. Από το ξέσπασμα της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν νωρίτερα φέτος, η ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ — ενός από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους παγκοσμίως — έχει υποστεί σοβαρές διαταραχές. Το Ιράν έχει ουσιαστικά μπλοκάρει σημαντικό μέρος των αποστολών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) μέσω των Στενών, ως αντίποινα για τις στρατιωτικές επιθέσεις, αφαιρώντας περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς LNG από την αγορά.
Η γραμμή άμυνας του LNG
Οι συνέπειες για την Ευρώπη είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Το LNG αποτέλεσε τη βασική γραμμή άμυνας της ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής μετά τη δραστική μείωση των ρωσικών εξαγωγών φυσικού αερίου το 2022. Τώρα, με την Ασία και την Ευρώπη να ανταγωνίζονται επιθετικά για περιορισμένα φορτία LNG, οι τιμές αυξάνονται ξανά απότομα.
Χαμηλά αποθέματα
Σύμφωνα με την Gas Infrastructure Europe τα ευρωπαϊκά αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται σήμερα μόλις στο 38% της συνολικής χωρητικότητας αποθήκευσης, σημαντικά χαμηλότερα από το 52% που είναι ο πενταετής μέσος όρος για τη συγκεκριμένη περίοδο του έτους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως στόχο οι αποθηκευτικοί χώροι να φτάσουν το 90% έως την 1η Νοεμβρίου, προκειμένου να διασφαλιστεί η επάρκεια για τον χειμώνα. Ωστόσο, με περίπου 160 ημέρες να απομένουν μέχρι την προθεσμία, οι ρυθμοί πλήρωσης θα πρέπει σχεδόν να διπλασιαστούν για να επιτευχθεί ο στόχος.
Η κατάσταση ξυπνά μνήμες της κρίσης του 2022, όταν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να αναζητήσουν επειγόντως εναλλακτικές πηγές ενέργειας μετά τη σημαντική μείωση των ρωσικών προμηθειών μέσω αγωγών. Παρότι η Ευρώπη έχει επενδύσει έκτοτε σημαντικά σε τερματικούς σταθμούς LNG, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και υποδομές αποθήκευσης, οι πρόσφατες εξελίξεις αποδεικνύουν ότι η ήπειρος εξακολουθεί να παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ προσφοράς.
Καμπανάκι από την αγορά
Μεγάλες ενεργειακές εταιρείες εκπέμπουν πλέον ξεκάθαρα προειδοποιητικά μηνύματα. Η νορβηγική Equinor, ένας από τους μεγαλύτερους προμηθευτές φυσικού αερίου της Ευρώπης, προειδοποίησε ότι μια παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να δημιουργήσει πραγματικό κίνδυνο για την ασφάλεια εφοδιασμού της Ευρώπης. Στελέχη της εταιρείας δήλωσαν ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να αντιμετωπίσει κρίσιμες ελλείψεις εάν η διαταραχή συνεχιστεί για αρκετούς ακόμη μήνες.
Αναλυτές εκτιμούν ότι οι αγορές ενδέχεται ακόμη να υποτιμούν το μέγεθος του κινδύνου. Τα συμβόλαια φυσικού αερίου TTF της Ολλανδίας, που αποτελούν το βασικό ευρωπαϊκό σημείο αναφοράς, διαπραγματεύονται περίπου στα 46 ευρώ ανά μεγαβατώρα — επίπεδο αυξημένο, αλλά όχι ακόμη αντίστοιχο μιας πλήρους κρίσης. Ωστόσο, αρκετοί παρατηρητές θεωρούν ότι οι σημερινές τιμές δεν αποτυπώνουν πλήρως τον κίνδυνο σοβαρών ελλείψεων τον χειμώνα.
«Εάν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και οι εισροές στις αποθήκες συνεχιστούν με τους σημερινούς ρυθμούς, η Ευρώπη μπορεί να εισέλθει στον χειμώνα σε εξαιρετικά ευάλωτη θέση», προειδοποιούν αναλυτές της αγοράς.
Το πρόβλημα με τα υδροηλεκτρικά
Το πρόβλημα του φυσικού αερίου επιδεινώνεται από μια ακόμη πρόκληση: τις ελλείψεις στην υδροηλεκτρική παραγωγή.
Η υδροηλεκτρική ενέργεια αποτελούσε διαχρονικά βασικό σταθεροποιητικό παράγοντα του ευρωπαϊκού ηλεκτρικού συστήματος, ιδιαίτερα σε περιόδους υψηλών τιμών φυσικού αερίου ή χαμηλής παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές. Τα υδροηλεκτρικά αποθέματα στις σκανδιναβικές χώρες και στις Άλπεις προσφέρουν ευέλικτη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ικανή να ανταποκρίνεται γρήγορα σε αιχμές ζήτησης ή σε πτώσεις της παραγωγής από αιολικά και φωτοβολταϊκά.
Φέτος, όμως, οι συνθήκες στην Ευρώπη είναι πολύ δύσκολες.
Οι χαμηλές χιονοπτώσεις του περασμένου χειμώνα σημαίνουν ότι τα επίπεδα αναπλήρωσης των ταμιευτήρων αναμένεται να παραμείνουν κάτω από τα φυσιολογικά επίπεδα καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού. Σύμφωνα με στοιχεία της LSEG, το συνολικό υδρολογικό ισοζύγιο της ηπειρωτικής Ευρώπης και των σκανδιναβικών χωρών — το οποίο μετρά τα διαθέσιμα αποθέματα νερού και χιονιού για μελλοντική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας — βρίσκεται πλέον στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας.
Οι συνέπειες θεωρούνται ιδιαίτερα σοβαρές για χώρες όπως η Ιταλία, η Αυστρία, η Ελβετία και τα σκανδιναβικά κράτη, όπου η υδροηλεκτρική παραγωγή παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξισορρόπηση των ηλεκτρικών δικτύων. Κατά την ενεργειακή κρίση του 2022, η περιορισμένη υδροηλεκτρική παραγωγή επιδείνωσε τις πιέσεις στις ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, αναγκάζοντας τις χώρες να βασιστούν περισσότερο σε ακριβές μονάδες φυσικού αερίου. Οι traders φοβούνται ότι ένα παρόμοιο φαινόμενο μπορεί να επαναληφθεί και φέτος.
Το πρόβλημα της Ιταλίας
Η Ιταλία φαίνεται να είναι η πλέον εκτεθειμένη χώρα. Η οικονομία της εξαρτάται σημαντικά τόσο από το εισαγόμενο φυσικό αέριο όσο και από την υδροηλεκτρική ενέργεια, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη σε ταυτόχρονες ελλείψεις και στις δύο αγορές. Αντίστοιχα, η Γερμανία αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις, καθώς βασίζεται σε εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας από τις Άλπεις και τις σκανδιναβικές χώρες σε περιόδους υψηλής ζήτησης.
Αναλυτές της ενεργειακής αγοράς τονίζουν ότι τα συνηθισμένα «μαξιλάρια ασφαλείας» που προστατεύουν την Ευρώπη κατά τους δύσκολους χειμώνες απουσιάζουν φέτος.
«Τα αποθέματα που κανονικά θα λειτουργούσαν ως προστατευτική ασπίδα — γεμάτοι αλπικοί ταμιευτήρες, ισχυρή σκανδιναβική υδροηλεκτρική παραγωγή και άφθονη διαθεσιμότητα LNG — απλώς δεν υπάρχουν αυτή τη χρονιά», ανέφερε χαρακτηριστικά αναλυτής της αγοράς.
Οι επιπτώσεις του El Niño
Τα καιρικά φαινόμενα προσθέτουν ακόμη έναν παράγοντα αβεβαιότητας. Οι μετεωρολόγοι προβλέπουν την εμφάνιση του φαινομένου El Niño αργότερα μέσα στη χρονιά. Αν και αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν ηπιότερο ευρωπαϊκό χειμώνα και να περιορίσει τη ζήτηση θέρμανσης, είναι επίσης πιθανό να προκαλέσει ένα θερμότερο και ξηρότερο καλοκαίρι σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, επιβαρύνοντας περαιτέρω την υδροηλεκτρική παραγωγή και αυξάνοντας τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας για ψύξη.
Για τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, που ήδη αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος ζωής και ασθενική οικονομική ανάπτυξη, η προοπτική μιας νέας ενεργειακής κρίσης προκαλεί έντονη ανησυχία.
Ιδιαίτερα ευάλωτες παραμένουν οι ενεργοβόρες βιομηχανίες, οι οποίες υπέστησαν σοβαρές ζημιές κατά την κρίση του 2022, όταν πολλές μονάδες αναγκάστηκαν να περιορίσουν ή να διακόψουν προσωρινά τη λειτουργία τους λόγω των εκρηκτικών αυξήσεων στο ενεργειακό κόστος. Κλάδοι όπως η χημική βιομηχανία, η μεταλλουργία και η βαριά μεταποίηση ενδέχεται να βρεθούν ξανά αντιμέτωποι με ισχυρές πιέσεις εάν οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου συνεχίσουν να αυξάνονται.
Πολιτικές πιέσεις
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ενδέχεται να βρεθούν ξανά υπό πολιτική πίεση. Η προηγούμενη ενεργειακή κρίση ανάγκασε τα κράτη να διαθέσουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε επιδοτήσεις, πλαφόν τιμών και μέτρα στήριξης, προκειμένου να προστατεύσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις από τους υπέρογκους λογαριασμούς ενέργειας. Σήμερα όμως, τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι πολύ πιο περιορισμένα, περιορίζοντας τη δυνατότητα επανάληψης αντίστοιχων παρεμβάσεων μεγάλης κλίμακας.
Πηγή: https://energypress.gr/
