Πέτρος Αλεξανδρόπουλος
Σε μια νέα περίοδο υπερπροσφοράς κινδυνεύει να εισέλθει η αγορά άνθρακα της Ευρώπης, απειλώντας τόσο τις τιμές του άνθρακα όσο και τις μακροπρόθεσμες κλιματικές φιλοδοξίες του μπλοκ, σύμφωνα με νέα προειδοποίηση του γερμανικού ερευνητικού ινστιτούτου Oeko Institut.
Σε ενημερωτικό σημείωμα που δημοσιεύθηκε αυτή την εβδομάδα, το ινστιτούτο υποστηρίζει ότι οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις στο Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών της ΕΕ (ETS) μετά το 2030 ενέχουν τον κίνδυνο να πλημμυρίσουν την αγορά με πλεονάζοντα δικαιώματα εκπομπών άνθρακα έως και την επόμενη δεκαετία. Η προειδοποίηση έρχεται ενόψει της κρίσιμης αναθεώρησης του ETS από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που έχει προγραμματιστεί για τις 15 Ιουλίου και αναμένεται να αναδιαμορφώσει το σύστημα σύμφωνα με τους κλιματικούς στόχους της ΕΕ για το 2040.
Πολιτική ανησυχία
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται η αυξανόμενη πολιτική ανησυχία στις Βρυξέλλες και μεταξύ βιομηχανικών ομίλων ότι η αγορά άνθρακα ενδέχεται να καταστεί υπερβολικά περιορισμένη τα επόμενα χρόνια, οδηγώντας ενδεχομένως σε απότομη άνοδο των τιμών των δικαιωμάτων και αύξηση του κόστους για τη βαριά βιομηχανία. Ωστόσο, το Oeko Institut υποστηρίζει ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής υπερεκτιμούν τον κίνδυνο έλλειψης και υποτιμούν τις συνέπειες της χαλάρωσης των ελέγχων προσφοράς.
«Η συζήτηση για τη μεταρρύθμιση του ETS για την περίοδο μετά το 2030 κυριαρχείται από την αντιλαμβανόμενη ανάγκη αύξησης της προσφοράς», αναφέρει το ινστιτούτο στην έκθεσή του.
Το EU ETS, που δημιουργήθηκε το 2005, παραμένει ο ακρογωνιαίος λίθος της ευρωπαϊκής πολιτικής για το κλίμα. Λειτουργεί με βάση την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει»: εταιρείες σε τομείς όπως η ηλεκτροπαραγωγή, η βιομηχανία και οι αερομεταφορές πρέπει να διαθέτουν δικαιώματα για κάθε τόνο διοξειδίου του άνθρακα που εκπέμπουν. Ο συνολικός αριθμός δικαιωμάτων μειώνεται με την πάροδο του χρόνου, καθιστώντας θεωρητικά τις εκπομπές ακριβότερες και ενθαρρύνοντας επενδύσεις σε καθαρότερες τεχνολογίες.
Ο ρόλος του MSR
Την τελευταία δεκαετία, το ETS εξελίχθηκε από μια αγορά που μαστιζόταν από χρόνια υπερπροσφορά και χαμηλές τιμές σε ένα πιο ισχυρό σύστημα με ισχυρότερα σήματα τιμών. Μεγάλο μέρος αυτής της ανάκαμψης αποδίδεται στην εισαγωγή του Αποθεματικού Σταθερότητας της Αγοράς (Market Stability Reserve - MSR), ενός μηχανισμού που σχεδιάστηκε για να απορροφά τα πλεονάζοντα δικαιώματα από την αγορά και να αποτρέπει την κατάρρευση των τιμών.
Σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, ορισμένα δικαιώματα που διατηρούνται στο MSR ακυρώνονται αυτόματα εάν τα πλεονάσματα καταστούν υπερβολικά μεγάλα. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε τον Απρίλιο τα δικαιώματα αυτά να παραμένουν αποθηκευμένα στο αποθεματικό αντί να ακυρώνονται οριστικά.
Από το SMT στο…NER
Ταυτόχρονα, οι Βρυξέλλες εξετάζουν τη χρήση δικαιωμάτων από το Αποθεματικό Νεοεισερχόμενων (New Entrants Reserve - NER) — μια δεξαμενή που δημιουργήθηκε αρχικά για τη στήριξη νέων ή επεκτεινόμενων βιομηχανικών εγκαταστάσεων — προκειμένου να χρηματοδοτηθεί εν μέρει η προτεινόμενη Τράπεζα Βιομηχανικής Απανθρακοποίησης, μια πρωτοβουλία που αποσκοπεί στην επιτάχυνση πράσινων επενδύσεων στη βιομηχανία της Ευρώπης.
Σύμφωνα με το Oeko Institut, οι δύο αυτές αλλαγές από μόνες τους θα αυξήσουν σημαντικά τη διαθεσιμότητα δικαιωμάτων έως το 2040.
«Οι τροποποιήσεις αυτές διασφαλίζουν ήδη επαρκή προσφορά δικαιωμάτων στο EU ETS έως το 2040», αναφέρει η έκθεση.
Η βασική ανησυχία του ινστιτούτου είναι ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ενδέχεται να προχωρήσουν ακόμη περισσότερο, αποδυναμώνοντας τον Γραμμικό Συντελεστή Μείωσης (Linear Reduction Factor - LRF), τον μηχανισμό που καθορίζει πόσο γρήγορα μειώνεται κάθε χρόνο το συνολικό ανώτατο όριο εκπομπών.
Σήμερα, το ανώτατο όριο του ETS μειώνεται κατά 4,3% ετησίως μεταξύ 2024 και 2027 και κατά 4,4% από το 2028 και μετά. Ωστόσο, αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι εξετάζεται μια πιο αργή πορεία μείωσης μετά το 2030, ώστε να ευθυγραμμιστεί το σύστημα με το νέο κλιματικό πλαίσιο της ΕΕ για το 2040.
Το Oeko Institut υποστηρίζει ότι η χαλάρωση του LRF, σε συνδυασμό με τη διατήρηση πλεοναζόντων δικαιωμάτων στο MSR, θα δημιουργούσε έναν «πραγματικό κίνδυνο νέας διαρθρωτικής υπερπροσφοράς» στην αγορά άνθρακα.
Οι συνέπειες
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να έχει εκτεταμένες συνέπειες.
Οι τιμές του άνθρακα θεωρούνται ευρέως ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία της ΕΕ για την κατεύθυνση επενδύσεων μακριά από τα ορυκτά καύσιμα και προς τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Εάν κυκλοφορούν υπερβολικά πολλά δικαιώματα στην αγορά, οι τιμές ενδέχεται να αποδυναμωθούν σημαντικά, μειώνοντας τα κίνητρα για επενδύσεις σε έργα απανθρακοποίησης όπως η παραγωγή υδρογόνου, η δέσμευση άνθρακα ή ο εξηλεκτρισμός.
Αναλυτές σημειώνουν ότι η Ευρώπη έχει αντιμετωπίσει παρόμοια προβλήματα και στο παρελθόν. Κατά την πρώτη δεκαετία λειτουργίας του ETS, οι υπερβολικές κατανομές δικαιωμάτων και η ασθενής βιομηχανική ζήτηση μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση δημιούργησαν τεράστιο πλεόνασμα που πίεσε τις τιμές για χρόνια. Κάποια στιγμή, τα δικαιώματα διαπραγματεύονταν κάτω από τα 5 ευρώ ανά τόνο — επίπεδο πολύ χαμηλό για να οδηγήσει σε ουσιαστικές μειώσεις εκπομπών.
Η εισαγωγή του MSR το 2019 συνέβαλε στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο σύστημα, οδηγώντας σε δραματική άνοδο των τιμών που ξεπέρασαν ακόμη και τα 100 ευρώ ανά τόνο κατά την περίοδο της ενεργειακής κρίσης νωρίτερα αυτή τη δεκαετία.
Περιβαλλοντικές οργανώσεις φοβούνται ότι η αποδυνάμωση ορισμένων από αυτές τις δικλίδες ασφαλείας θα μπορούσε να αναιρέσει χρόνια μεταρρυθμίσεων της αγοράς.
«Η ανανεωμένη υπερπροσφορά στο EU ETS θα αποδυναμώσει το σήμα τιμών του άνθρακα, υπονομεύοντας έτσι τις επενδύσεις και θέτοντας σε κίνδυνο τον κλιματικό στόχο του 2040», προειδοποιεί το Oeko Institut.
Το ινστιτούτο τονίζει επίσης ότι τα πλεονάζοντα δικαιώματα δεν εξαφανίζονται απλώς στο τέλος μιας περιόδου συμμόρφωσης. Οποιαδήποτε πλεονάζοντα δικαιώματα και αποθέματα του MSR μεταφερθούν στη δεκαετία του 2040 θα συνεχίσουν να επηρεάζουν τη δυναμική της αγοράς πολύ μετά την εφαρμογή των σημερινών μεταρρυθμίσεων.
«Τα πλεονάζοντα δικαιώματα και τα αποθέματα του MSR δεν εξαφανίζονται στο τέλος του 2040· μεταφέρονται στην επόμενη φάση και μπορούν να επηρεάσουν έντονα τις συνθήκες της αγοράς μετά το 2040», σημειώνεται στην έκθεση.
Προτάσεις
Για να αποφευχθεί η αποσταθεροποίηση της αγοράς, το Oeko Institut συστήνει μια πιο προσεκτική προσέγγιση. Ζητά τη διατήρηση του LRF στο 4,4% τουλάχιστον έως το 2035, διασφαλίζοντας αυστηρότερες συνθήκες προσφοράς και συνεχή μείωση του ανώτατου ορίου εκπομπών με σταθερό ρυθμό.
Το ινστιτούτο προτρέπει επίσης, τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να μην δημοπρατήσουν δικαιώματα του NER για τη χρηματοδότηση της Τράπεζας Βιομηχανικής Απανθρακοποίησης, υποστηρίζοντας ότι θα πρέπει να εξεταστούν εναλλακτικές μέθοδοι χρηματοδότησης.
Επιπλέον, η έκθεση προτείνει να γίνουν μόνο «στοχευμένες προσαρμογές» στο Αποθεματικό Σταθερότητας της Αγοράς μέσω του δείκτη Συνολικού Αριθμού Δικαιωμάτων σε Κυκλοφορία (Total Number of Allowances in Circulation - TNAC), αντί για θεμελιώδεις αλλαγές στους κανόνες ακύρωσης του αποθεματικού.
«Ένας σωστά βαθμονομημένος συνδυασμός καθορισμού του ανώτατου ορίου και διαχείρισης αποθεματικών φαίνεται επαρκής για τη διατήρηση της ισορροπίας της αγοράς έως το 2040 και για τον περιορισμό του κινδύνου οι σημερινές αποφάσεις μεταρρύθμισης να δημιουργήσουν στρεβλώσεις για την περίοδο που θα ακολουθήσει», κατέληξε το ινστιτούτο.
Πηγή: https://energypress.gr/
