Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Εύη Γκάλαβου: Γιάννης Χατζόπουλος - ΥΠΗΡΧΑΝ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΑΣ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Εύη Γκάλαβου: Γιάννης Χατζόπουλος - ΥΠΗΡΧΑΝ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΑΣ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Γιάννης Χατζόπουλος

ΥΠΗΡΧΑΝ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΑΣ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

(μικρο)διηγήματα

isbn: 978-618-5643-73-7

σελίδες: 44

Εκδόσεις Άνω Τελεία

Ο Γιάννης Χατζόπουλος (Αθήνα, 2000) είναι φι­λό­λο­γος, από­φοι­τος του τμ. Φιλο­λο­γίας ΕΚΠΑ. Πα­ράλ­ληλα κάνει ρα­διό­φωνο και παί­ζει μου­σική. Το 2025 απο­φάσισε να εκδοθεί.

 

  1. Πώς αποφασίζετε τη φωνή του αφηγητή; Σας καθοδηγεί η ιστορία ή ο χαρακτήρας που θέλετε να πλάσετε;

Η φωνή του αφηγητή κατά κάποιον τρόπο έρχεται παράλληλα με την ιστορία. Έχω σκεφτεί τους βασικούς άξονες της πλοκής και μετά σκέφτομαι το ποιος θα ήταν το καταλληλότερο πρόσωπο να αφηγηθεί αυτήν την πλοκή. Βέβαια, νομίζω πως στις περισσότερες από τις ιστορίες τα όρια του αφηγητή είναι ασαφή. Σα να καλεί όποιον διαβάζει να γίνει ο ίδιος αφηγητής.

 

  1. Η προφορικότητα στο κείμενό σας είναι ιδιαίτερα έντονη· προκύπτει φυσικά στο πρώτο γράψιμο ή την καλλιεργείτε στην επιμέλεια;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας που λειτουργεί χωρίς επιμέλεια, χωρίς διόρθωση. Αν δεν κάνω λάθος, μόνο ο Γιώργος Ιωάννου έγραφε «μια κι έξω» χωρίς ιδιαίτερες διορθώσεις, αλλά κι αυτό είναι μια σπάνια περίπτωση. Σίγουρα η προφορικότητα ήταν μια επιλογή συγγραφική που έγινε από την αρχή, αλλά χωρίς επιμέλεια δεν θα γινόταν αυτό με επιτυχία -αν όντως συμφωνήσουμε ότι έγινε με επιτυχία. Χρωστάω όμως και ένα μεγάλο ευχαριστώ για την ταλαιπωρία και την επιμονή στην επιμέλεια στον επιμελητή του βιβλίου, τον Παναγιώτη τον Μπότση, γιατί εγώ είμαι λίγο τεμπέλης και δεν θα επέμενα τόσο στο κομμάτι της επιμέλειας.

 

  1. Ποιο είναι το σημείο εκκίνησης για ένα διήγημά σας — μια εικόνα, ένα συναίσθημα, μια φράση ή ένα περιστατικό;

Πέρα από την πρώτη ιστορία, που είναι κατά το μεγαλύτερο ποσοστό της αληθινή, οι υπόλοιπες ιστορίες βασίστηκαν κυρίως στις εικόνες. Όλες οι ιστορίες δηλαδή είχαν μέσα τους μια εικόνα έντονη που γύρω της «χτίστηκε» ολόκληρη η αφήγηση. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι το διήγημα «Μεγάλη Παρασκευή απόγευμα» στο οποίο το μόνο μη μυθοπλαστικό είναι ακριβώς η εικόνα της αντίθεσης ανάμεσα στο περιβάλλον ενός κρεοπωλείου και του επιταφίου που περνά απ’ έξω. Μετά, σχεδιάζοντας την αφήγηση προκύπτουν και δικά μου συναισθήματα ή μου ξανάρχονται φράσεις που έχω ακούσει, αλλά αυτά χρησιμοποιήθηκαν μόνο για τον «στολισμό» της κάθε ιστορίας.

 

  1. Πώς διαχειρίζεστε την ισορροπία ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το υπερφυσικό ώστε να διατηρείται η αίσθηση του αληθινού;

Με δυσκολία. Νομίζω όμως ότι αυτό που με βοήθησε περισσότερο είναι αφενός η εμμονή μου στο να επιτευχθεί η αφήγηση, να έχει η ιστορία μια αρχή, μια μέση, ένα τέλος και, αφετέρου, η πολλή τριβή με κείμενα αντίστοιχης θεματολογίας. Ο Γιάννης Παλαβός για παράδειγμα πετυχαίνει αυτήν την ισορροπία πολύ καλά, ο Χρήστος ο Οικονόμου στις «Κόρες του Ηφαιστείου» ή στο «Καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα», η Χαν Γκανγκ στη «Χορτοφάγο». Είναι πολλά τα παραδείγματα και όσο περισσότερο τριβή έχεις μαζί τους, τόσο περισσότερο αφομοιώνεις τις τεχνικές και τη θεματολογία -ας πούμε- του μεταφυσικού.

 

  1. Πόσο χώρο αφήνετε στον αναγνώστη για να συμπληρώσει τα κενά της ιστορίας

Τον περισσότερο χώρο νομίζω πως τον έχει ο αναγνώστης. Είναι αυτό που συζητούσαμε στην ερώτηση περί αφηγητή. Προσπάθησα να γίνουν οι περισσότερες αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο προκειμένου να ταυτιστεί ο αναγνώστης με τον ήρωα της ιστορίας. Έτσι ο καθένας καταφέρνει να αναγνωρίσει τα δικά του τραύματα και να συμπληρώσει τα κενά της ιστορίας με το δικό του προσωπικό βίωμα, τραύμα, εμπειρία -ας το πει ο καθένας όπως θέλει.

 

  1. Στο βιβλίο, τα “στοιχειά” μοιάζουν να κουβαλούν μνήμες και συναισθήματα. Αν έπρεπε να τους δώσετε ανθρώπινη μορφή, πώς θα ήταν;

Το παιχνίδι της ταύτισης που είπαμε στην προηγούμενη ερώτηση δίνει τον χώρο να δώσει ο καθένας την εικόνα που θέλει στο εκάστοτε «στοιχειό». Όταν έγραφα τις ιστορίες, όσα στοιχειώνουν εμένα είχαν ήδη προκαθορισμένες μορφές ανθρώπων πολύ συγκεκριμένων. Το μόνο που μπορώ να πω με κάποια ασφάλεια και με περισσότερη σιγουριά είναι ότι στο τελευταίο διήγημα με τίτλο «Μην τον σπάσεις μόνο» το «στοιχειό» είχε τη μορφή μου, αφού όλη η ιστορία μιλάει για τους καθρέφτες και τον φόβο του να γίνουμε και εμείς κάτι που θα στοιχειώνει άλλους ανθρώπους. 

 

  1. Ο θάνατος και η απώλεια εμφανίζονται μέσα από την παιδική ματιά. Πιστεύετε ότι τα παιδιά βλέπουν τον φόβο πιο καθαρά από τους ενήλικες;

Ναι, το πιστεύω. Δεν είναι τυχαίο που, όταν κάνει κανείς ψυχοθεραπεία-ψυχανάλυση, ένα από τα πρώτα πράγματα που ρωτάει ο θεραπευτής είναι τι θα θέλαμε να πούμε στον εαυτό μας ως παιδί. Τα παιδιά έχουν μια αγνή σχέση με το συναίσθημά τους μέχρι να έρθουν οι μεγαλύτεροι και να τα μπολιάσουν με τους δικούς τους φόβους και ζόρια. Παράλληλα όμως με αυτή τη σχέση με το συναίσθημα έχουν και μια φαντασία ακράτητη που τους επιτρέπει να μεταπλάθουν το κάθε συναίσθημα σε εικόνα, σε κάτι άπιαστο. Εκεί είναι η μαγεία της παιδικής σκέψης και, για να γράψω όλα τα διηγήματα της συλλογής, προσπάθησα να έρθω όσο το δυνατόν πιο κοντά στις σκέψεις και τα συναισθήματα που είχα ως παιδί.

 

  1. Στις ιστορίες σας, ο φόβος και η αγάπη μπλέκονται συχνά. Είναι τελικά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος;

Επειδή οι ιστορίες αφορούν τα στενά όρια του σπιτιού, της γειτονιάς και της ελληνικής οικογένειας, νομίζω πως ναι. Αυτή η σύγχυση αγάπης και φόβου είναι ένα φαινόμενο που όλοι, λίγο-πολύ, το έχουμε δει και νιώσει. Η συνύπαρξη του τρυφερού χαδιού της μάνας για παράδειγμα και η αγάπη της που δεν αμφισβητείται με την φράση «θες να με πεθάνεις με αυτά που κάνεις;» ή με το «να φύγω να δω τι θα κάνετε» μας βάζει από πολύ μικρή ηλικία σε ένα δέσιμο της αγάπης με τον φόβο της απώλειας που συγχύζει πολύ και πιέζει ακόμα περισσότερο: να αγαπώ πολύ γιατί αλλιώς θα χάσω. Δεν ξέρω τελικά αν απάντησα έστω και λίγο στην ερώτηση.

 

  1. Ποιος είναι ο ρόλος της μνήμης στο βιβλίο — είναι παρηγοριά, βάρος ή και τα δύο;

Στις συγκεκριμένες ιστορίες είναι βάρος. Δεν είναι νοσταλγία, ανάμνηση. Είναι μνήμη που φέρει μάλιστα και τραύμα. Παρηγοριά είναι η αφήγηση της μνήμης. Σχεδόν έναν χρόνο πια από όταν ολοκλήρωσα τη συγγραφή των ιστοριών, νομίζω πως μπορώ να πω με περισσότερη σιγουριά ότι η ανάγκη να γραφούν αυτές οι ιστορίες πήγασε από την ανάγκη να τις μοιραστώ για να ελαφρύνω και, αν μπορέσω, να ελαφρύνω κι άλλους. Σαν να απλώνω το χέρι μου λέγοντας «ξέρω πώς και πόσο πονάει, όμως είμαστε μαζί».

 

  1. Αν έπρεπε να περιγράψετε το βιβλίο με τρεις λέξεις που να μην υπάρχουν στον τίτλο, ποιες θα διαλέγατε;

Ο εναλλακτικός τίτλος που είχα σκεφτεί νομίζω θα ήταν οι τρεις λέξεις που θα διάλεγα. Αν θυμάμαι καλά, στο μυαλό μου είχα τον τίτλο «Ιστορίες λένε οι τοίχοι». Κλέβω και μια λέξη χρησιμοποιώντας το άρθρο.

Η άποψή μου, με λίγα λόγια, για το βιβλίο :

Κλειστοφοβική ατμόσφαιρα χωρίς ίχνος πραγματικού τρόμου. Νιώθεις την καρδιά και την ανάσα να χαμηλώνουν, σαν να φοβάσαι μήπως πέσεις μέσα στα ίδια τα κείμενα και ζήσεις τις στιγμές των ηρώων.
Δεν υπάρχουν τέρατα, αίματα ή ουρλιαχτά — κι όμως, ο συγγραφέας παίζει αριστοτεχνικά με την ψυχολογία, με το μυαλό σου. Ξέρει να βάζει τις σωστές λέξεις, να πλάθει ατμόσφαιρα που σε παγιδεύει σαν μικρό κουτί. Κι όταν φτάσεις στο τέλος κάθε ιστορίας, νιώθεις πως μόνο τότε ανοίγει το καπάκι και μπορείς επιτέλους να πάρεις ανάσα.
Επτά διηγήματα, αυστηρά δυόμισι σελίδων το καθένα. Μικρά, σφιχτά, γεμάτα φαντασία. Ο τρόμος τους δεν έγκειται σε ό,τι βλέπεις, αλλά σε ό,τι υποψιάζεσαι στον “άλλο” μέσα σου, εκείνον τον άγνωστο που δεν έχει όνομα ούτε μορφή, αλλά σε συνοδεύει παντού.
Υπέροχη φαντασία, υπέροχος τρόπος αφήγησης. Κάθε λέξη σε γραπώνει, κάθε ιστορία σε καθρεφτίζει.
Ο Γιάννης Χατζόπουλος μάς θυμίζει πως το πιο αληθινό στοιχειό κατοικεί μέσα μας.

  συνέντευξη στην Εύη Γκάλαβου



Πηγή: Συντακτική ομάδα PtolemaidaNews.gr




ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ