Ιωάννης Λαδάκης - ΜΟΝΩΔΙΑ
ποιητική σύνθεση
Απρίλιος 2025
isbn: 978-618-5643-71-3
σελίδες: 70
Εκδόσεις Άνω Τελεία

Ο Γιάννης Λαδάκης (Πτολεμαΐδα, 1992) σπούδασε στην Πολυτεχνική Σχολή ΑΠΘ και εργάζεται ως ερευνητής στον τομέα της Ιατρικής Πληροφορικής. Η Μονωδία είναι η δεύτερη προσωπική ποιητική σύνθεσή του, μετά τον Κήπο των Κάκτων (Άνω Τελεία, 2021). Έχει επίσης εκδώσει πεζά και συμμετάσχει σε συλλογικούς ποιητικούς τίτλους.
- Ποιος είναι για εσάς ο ρόλος της ποίησης σήμερα; (Ως μέσο έκφρασης, παρέμβασης, παρηγοριάς, ανατροπής;)
Αρχικά θα ήθελα να δηλώσω ότι αναγνωρίζω και σέβομαι και τους ρόλους που αναφέρετε (και τους βρίσκω όλους εγκυρότατους) και όσους ρόλους μπορεί να αποδίδει ο καθένας στην ποίηση αλλά και σε κάθε μορφή τέχνης. Επειδή τείνω να αντιμετωπίζω κάθε μορφή τέχνης κάπως πολιτικώς τελεολογικά, τοποθετούσα ανέκαθεν το νόημα, το ρόλο ή και το σκοπό της ποίησης σε ένα στοχαστικό πεδίο ‘βίαιης’ παρέμβασης, ανατροπής και κλήσης σε αναστοχασμό του εαυτού, της πραγματικότητας, του Άλλου. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ποτέ δυνατόν η ποίηση να απογυμνώνεται από τα στοιχεία που έχει ως μέσο προσωπικής έκφρασης, παρηγοριάς, τόνωσης, ελπίδας, ‘ανάγνωσης’ του βιοτικού πόνου, επιτονισμού της υπαρξιακής ομορφιάς κτλ. Επίσης, αυτό δεν σημαίνει ότι η ποίηση και συνολικά η διανόηση πράγματι εκπλήρωνε(ι) αυτόν τον ρόλο. Μάλλον το αντίθετο θα έλεγε κανείς, ειδικά στην εποχή μας που μοιάζει πλήρως απομαγεμένη, αμήχανη και αδύναμη μπροστά στις κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις, αν και φυσικά η τέχνη εξακολουθεί (με δυσκολία ή μη) να ζει και να αναπνέει. Και για μένα, μαζί με την επιστήμη, αποτελούν και την ελπίδα του ανθρώπου να δομήσει κάτι καλύτερο.
- Ποια είναι η σχέση σας με τη γλώσσα — Την δουλεύετε ή σας "μιλά";
Στα πρώτα βήματα της συγγραφικής μου δραστηριότητας, όπως καταλαβαίνετε ήταν συχνότερο να μου ‘μιλά’ κι εγώ απλά να αφουγκράζομαι και να καταγράφω. Με τα χρόνια, παρόλο που δεν έχω πάψει να πιστεύω στη δύναμη (και τη δυναμική) της γλώσσας να ‘μιλά’ με εκείνον τον αυθόρμητο, πηγαίο και σαρωτικό τρόπο που δύναται να ανατρέψει κόσμους ολόκληρους, προσπαθώ να αναπτύσσω τεχνικές μεταποίησης του αυθόρμητου της γλώσσας σαν κανάλια επικοινωνίας που διευκολύνουν τη ροή της ή απλά ταιριάζουν περισσότερο στον αισθητικό μου κόσμο που συνεχώς διαμορφώνεται και διευρύνεται. Ωστόσο παραμένω φανατικός μη λεπτολόγος και οπαδός της ‘ρέουσας’, ζωντανής γραφής.
- Γράφετε ποίηση για να βρείτε κάτι ή για να χάσετε κάτι;
Γράφω ποίηση γιατί δεν γίνεται να μην γράψω, γράφω για να υπάρξω, γιατί τροφοδοτεί την ύπαρξη μου με νόημα και ενέργεια. Ίσως στο σημείο αυτό ταιριάζει να αναφέρω ότι δεν με αναγνωρίζω ως ποιητή, αλλά ως λογοτέχνη (παρόλο που αμφότερες οι δραστηριότητες και ιδιότητες μου είναι μάλλον εξαιρετικά άγνωστες). Έχω ένα συγκεκριμένο (στην ασάφεια του) όραμα σχετικά με τη λογοτεχνία στο οποίο προσπαθώ να δώσω μορφή τα τελευταία 13 χρόνια.
- Πώς λειτουργεί για εσάς ο ρυθμός; Είναι εσωτερική ανάσα, τεχνικό εργαλείο ή κάτι άλλο;
Μάλλον λειτουργεί περισσότερο ως εσωτερική ανάσα. Προσωπικά δεν έχω συγκεκριμένο τρόπο, μέσο, τεχνική κτλ με τον οποίο να προσπαθώ συνειδητά να εμφυσήσω ρυθμό στα πονήματα μου. Αν αυτό επιτυγχάνεται, είναι λόγω μιας εσωτερικής, αυθόρμητης αντίληψης του ρυθμού που ιδανικά κληροδοτείται και στο έργο, είτε είναι ποίηση είτε πεζό. Αν το πάμε ένα βήμα παραπάνω, θα χαρακτήριζα το ρυθμό ως τον ιδιαίτερο τρόπο ύπαρξης κι αντίληψης που εντοπίζεται σε κάθε ενσυνείδητη οντότητα, αλλά και στα αποτελέσματα της δραστηριότητας/συμπεριφοράς της. Κάτι σαν την προσωπική υπογραφή της, που φέρει μέσα της φυσικά την υπογραφή ολόκληρης της ύπαρξης.
- Ποιοι ποιητές ή ποιήματα σας έχουν επηρεάσει βαθιά — όχι αναγκαστικά στη γραφή, αλλά στην ύπαρξη;
Δύσκολη ερώτηση. Θα επαναλάβω ότι, ως μέρος των ζωτικών μου ψευδών, αυτοαναγνωρίζομαι ως λογοτέχνης. Έχω περισσότερα λογοτεχνικά αναγνώσματα, ωστόσο η ιδιαίτερη σχέση μου με την ποίηση προέκυψε από τα τελευταία, από αναγνώσεις καλλιτεχνών που δεν δίστασαν να εισάγουν ποιητικά στοιχεία στο πεζό, όπως επίσης κι από τη φιλοσοφία. Θα απαντήσω όμως ενδεικτικά ότι με έχουν επηρεάσει αρκετά οι Rimbaud, Paz, Hikmet, Καρυωτάκης, Λαπαθιώτης, Καββαδίας, Ρίτσος και ο Ελύτης, κυρίως λόγω της τεχνικής του, της μαεστρίας του με τη γλώσσα. Αύριο μπορεί να ανέφερα άλλους ποιητές.
- Ο τίτλος "Μονωδία" είναι ταυτόχρονα μουσικός, αρχαϊκός και έντονα εσωτερικός. Πώς τον επιλέξατε; Υπάρχει μια "φωνή" που ακούγεται σε όλο το βιβλίο;
Πράγματι υπάρχει μια φωνή που ακούγεται σε όλο το βιβλίο, σε ολόκληρη την ποιητική σύνθεση. Πρόκειται για την φωνή του Ενός, του υποκειμένου που αποτελεί το όριο του κόσμου, είναι η μουσική του, ο χορός του, η πότε αρμονική και πότε δυσαρμονική συνύπαρξη του με τον Άλλον και με τον ίδιο του τον εαυτό, οι αγωνίες του, οι φόβοι του, οι ελπίδες του, οι παρατηρήσεις του, η ανάγκη του για ομορφιά και έρωτα που συνιστούν εδώ τη μαγιά της δημιουργίας και της έκτασης της ύπαρξης (της υπέρβασης του ορίου που τίθεται, φευ, αναπόφευκτα). Η σύνθεση έχει αρκετά λυρικά και, σε ένα συγκεκριμένο κι αρκετά εκτεταμένο χωρίο του, θεατρικά στοιχεία, επομένως ο τίτλος «Μονωδία» μου ήρθε σχεδόν δίχως να τον σκεφτώ καθόλου ως αβίαστο επακόλουθο του ολοκληρωμένου έργου.
- Η εμπειρία της ανάγνωσης θυμίζει θεατρική ροή ή μονόλογο. Νιώθετε πως το βιβλίο αυτό ανήκει και στη σκηνή, όχι μόνο στο χαρτί;
Θα το ήλπιζα! Αλλά για να απαντήσω πιο σοβαρά και προσγειωμένα, η δυνατότητα επέκτασης ενός καλλιτεχνήματος υιοθετώντας στοιχεία από άλλες τέχνες (όσο αυτό μπορεί να καταστεί δυνατόν) είναι μέρος του οράματος μου για την καλλιτεχνική έκφραση. Το κείμενο αυτό αποτελεί ένα παράδειγμα του πώς φαντάζομαι μια εφαρμογή αυτής της ιδέας ή της εμπειρίας στην ποίηση ή στην λογοτεχνία. Να πω εδώ ότι, όταν έγραφα το κείμενο, φανταζόμουν τον εαυτό μου να γράφει μια μουσική σύνθεση. Σκοπός μου ήταν να παρουσιάσω μια συμπαγή ολότητα που να ομοιάζει με μια κλασική σύνθεση, αναμοχλεύοντας έτσι το συναίσθημα και τη σκέψη του αναγνώστη και ωθώντας τον να ‘ονειρευτεί’, ‘ακούσει’, ‘νιώσει’, ‘βιώσει’ τη μουσική που κρύβεται σε μερικές (αρκετές η αλήθεια) στροφές.
- Υπάρχει ένας διάχυτος υπαρξιακός διάλογος στο έργο — με ποιον μιλάει η φωνή σας; Με τον έρωτα, τον θάνατο, την απώλεια; Με το "εσύ" που επανέρχεται;
Με τον Άλλον. Είναι τόσο συγκλονιστικά όμορφη, αλλά και καταναγκαστική η σχέση που αναπτύσσεται με τον Άλλον (να τον πούμε κοινωνία; Φίλο; Σύντροφο; Γονέα; Συγγενή; Αφεντικό; Εξουσιαστή; Τείνω φυσικά να ρομαντικοποιώ τον Άλλον, εντοπίζοντας σ’ αυτόν μια δυνητική εικόνα της ανθρωπότητας και θρηνώντας για την παρούσα κατάσταση του) που, μετά τη στενά ατομική υπαρξιακή εμπειρία, διερώτηση και φόβο, με ενδιέφερε πολύ να επιδοθώ στην μελέτη της. Είναι τελικά αυτή που δύναται να υπερβεί και κάθε φόβο, κάθε ελπίδα, κάθε αγωνία, αλλά κι αυτή που, με μια της στροφή, μπορεί να τα ανατροφοδοτήσει. Όλο το έργο είναι ένας στοχασμός πάνω σ’ αυτήν την σχέση και τον τρόπο που το άτομο προσπαθεί να την αντιληφθεί. Ο Άλλος φυσικά είναι πρωτίστως ο εαυτός μας, οι πολλαπλές εκδοχές τού πώς φαντάζεται ο καθένας ότι ιδώνεται από τον κόσμο, αλλά και πώς φαντάζεται το ρόλο του μέσα σ’ αυτόν.
- Ο αναγνώστης συναντά έντονες εικόνες, σχεδόν οραματικές. Κατά τη γραφή, σας απασχόλησε η εικόνα ως εσωτερικό τοπίο;
Αν πράγματι συναντά τις εικόνες που αναφέρετε, με κάνετε πολύ χαρούμενο! Ναι, είναι μέρος της προσέγγισης που εκπροσωπώ σχετικά με ένα λογοτέχνημα, ένα ποίημα κτλ. Είναι επίσης μία από τις άτυπες τεχνικές μου να εισάγω τον αναγνώστη στον αισθητικό μου κόσμο προσπαθώντας να δημιουργήσω μια συναισθηματική σύζευξη μ’ αυτόν. Οι εικόνες είναι από τους πιο εύληπτους τρόπους να εισαχθείς σε έναν τρόπο σκέψης, να αφουγκραστείς μια κατάσταση, να συνδεθείς με ‘κάτι’.
- Στο βιβλίο η σελίδα μοιάζει να λειτουργεί σαν παρτιτούρα: σιωπές, παύσεις και διαστήματα τονίζουν τον ρυθμό του λόγου. Πώς αποφασίσατε τη διάταξη των λέξεων στη σελίδα; Θεωρείτε ότι το ποίημα "παίζεται" και με το βλέμμα;
Είναι ένα αρκετά προφανές στοιχείο της σύνθεσης. Όπως προανέφερα, είχα στο μυαλό μου ότι συνθέτω μια μουσική σύνθεση. Επομένως, προσάρμοσα μορφολογικά το ποίημα ώστε να ταιριάζει κάπως στη διάστικτη διασπορά που παρατηρείται σε μία παρτιτούρα. Είναι ένα από τα στοιχεία που μου αρέσουν και ταιριάζουν πολύ στην αισθητική που και, ναι, νομίζω ότι συμβάλλουν στην ανάπτυξη ενός επιπλέον ρυθμικού επιπέδου το οποίο υποστηρίζει τον λυρισμό του ίδιου του ποιητικού έργου.

Η άποψή μου, με λίγα λόγια, για το βιβλίο :
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, η Μονωδία με κατέκτησε με την αίσθηση ότι το πνεύμα μου θα τραφεί ουσιαστικά. Το εσωτερικό στήσιμο του βιβλίου με οδήγησε αμέσως στη σκέψη του έπους και του Ομήρου η ίδια η λέξη «μονωδία» δεν λειτουργεί απλώς ως τίτλος, αλλά ως υπόσχεση.
Η αναζήτηση της έννοιας της «μονωδίας» με έφερε στη μουσική κι εκεί γεννήθηκε ένας ενθουσιασμός προτού ακόμη αρχίσω να διαβάζω. Η ποίηση εδώ δεν με καλεί μόνο να την ακούσω, με παρασύρει σε ένα παιχνίδι εξερεύνησης, σαν εκείνο το ταξίδι που πάντα αξίζει περισσότερο από την Ιθάκη.
Καθώς διάβαζα, συνάντησα απόηχους του Ελύτη, και στη συνέχεια έναν ρυθμό που με ανάγκασε να απαγγείλω μεγαλόφωνα, με μια φωνή σχεδόν ξένη. Η εμπειρία της ανάγνωσης ήταν ακριβώς αυτό: ένας μονόλογος που αποκτούσε σάρκα μέσα μου. Η φωνή του κειμένου ήταν έντονη, παλλόμενη και με έκανε να νιώσω πως κρατούσα στα χέρια μου ένα ποτήρι γεμάτο δροσιά. Δεν ήταν μόνο ο Ελύτης αλλά και ο Λειβαδίτης, ο Αναγνωστάκης, ακόμη και μια σκιά Σαίξπηρ που ξεπρόβαλλε μέσα από τη δραματική ροή. Η φωνή του ποιήματος ωστόσο έμενε μοναδική.
Σαν να με συνόδευε σε μια βάρκα, με κουπί και χάρτη οδηγώντας με προς έναν ορίζοντα που χαράχτηκε αποκλειστικά με τον λόγο. Κι όταν η φωνή έσβηνε, έμενε πίσω της η αίσθηση ότι θα εξακολουθεί να υπάρχει όσο θα ηχεί μέσα μου.
συνέντευξη στην Εύη Γκάλαβου
Πηγή: Συντακτική ομάδα PtolemaidaNews.gr