Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2023

ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ Ο ΘΡΑΥΣΑΣ ΤΟ ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ Ο ΘΡΑΥΣΑΣ ΤΟ ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Αγαπητοί αδελφοί, δέκα ημέρες πριν αλλά και λίγες μόνο ημέρες μετά την ιερή Θεομητορική εορτή των Εισοδίων, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος  σε συνεντεύξεις του προς Ιταλούς δημοσιογράφους εφανέρωσε τις από κοινού με τον Πάπα προσπάθειες που γίνονται με σκοπό τον ορισμό μιας κοινής ημερομηνίας εορτασμού του Πάσχα (Ορθοδόξων, Παπικών και όχι μόνο) και δεν παρέλειψε να εκφράσει την ελπίδα και τη λαχτάρα του για πλήρη κοινωνία ή αλλιώς «κοινό Ποτήριο» μετά των "Καθολικών". 

«Ευχόμαστε και προσπαθούμε να βρούμε σύντομα την απαραίτητη λύση, που θα επιτρέψει σε όλους τους Χριστιανούς όλου του κόσμου να εορτάσουν την πιο σημαντική εορτή της πίστης μας την ίδια ημερομηνία» [1], είπε την 11η  Νοεμβρίου 2022 στους Ιταλούς δημοσιογράφους.

«Αν δεν μοιραζόμαστε την ελπίδα και τη λαχτάρα για πλήρη κοινωνία, τότε δεν μπορούμε πραγματικά να πούμε ότι είμαστε μαθητές του Χριστού. Η ένωση και η κοινωνία είναι εντολή του ίδιου του Κυρίου, ο οποίος – τη νύχτα που προδόθηκε – προσευχήθηκε με δάκρυα ώστε οι μαθητές του να είναι ένα ( Ιωάννης 17:21 ). Ο διάλογος και η συμφιλίωση δεν είναι προαιρετικές για εμάς. Είναι οδηγίες και εντολές.

Περιττό να πούμε ότι παραμένουν εμπόδια, τόσο εκκλησιαστικά όσο και θεολογικά. Όμως, στη δεκαετία του 1960, δημιουργήσαμε τον «διάλογο της αγάπης» με τον οποίο οι δύο εκκλησίες μας αντάλλαξαν επισκέψεις και επικοινωνίες με σκοπό να διαλύσουν τις παρεξηγήσεις και τις προκαταλήψεις του παρελθόντος. Και το 1980, ξεκινήσαμε τον «διάλογο της αλήθειας», όπου ως αδελφές εκκλησίες συνεχίζουμε να συζητάμε για θέματα που μας ενώνουν και μας χωρίζουν σε μια προσπάθεια να διακρίνουμε τρόπους για το κοινό μας ταξίδι προς τα εμπρός» [2], είπε σε συνέντευξή του στην παπική ιστοσελίδα “The Pillar”, λίγες μέρες μετά.

 

Έχοντας κατά νου τα παραπάνω λόγια του Πατριάρχη Κων/πόλεως γεννώνται πολλά ερωτηματικά με πρώτο το αν μπορούμε πραγματικά να πούμε ότι είναι μαθητές του Χριστού τόσο οι Λατίνοι, όσο και εκείνοι, οι εν ενεργεία επίσκοποι της Εκκλησίας της Ελλάδος που σιωπούν και δεν αντιδρούν ιεροκανονικώς. Μπορούμε;

Ακόμη,

μπορούν να μας πούνε οι αρχιερείς μας αν οι Παπικοί μετανόησαν και απέβαλαν όλα τα κακόδοξα «δόγματα» και ότι ζήτησαν να επιστρέψουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας ώστε να εκπληρωθεί η εντολή του Κυρίου Βαρθολομαίου για «πλήρη ένωση και μυστηριακή κοινωνία»; Είπε ότι: «Η ένωση και η κοινωνία (με τους αμετανόητους αιρετικούς) είναι εντολή του ίδιου του Κυρίου». Μη γένοιτο!

Μπορούν να ομολογούν οι επίσκοποί μας - εις το Πιστεύω - ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι «Μία» όταν σιωπούν ενώπιον του κυρίου Βαρθολομαίου που πιστεύει και σε άλλες Εκκλησίες, τις οποίες ονομάζει: «αδελφές εκκλησίες»; Είπε: «ως (ισότιμες) αδελφές εκκλησίες συνεχίζουμε να συζητάμε για θέματα που μας ενώνουν και μας χωρίζουν».

Αντιλαμβάνονται οι καλοί επίσκοποί μας - όχι οι Οικουμενιστές - ότι όταν ο Κύριος Βαρθολομαίος λέγει: «Αν δεν μοιραζόμαστε την ελπίδα και τη λαχτάρα για πλήρη κοινωνία, τότε δεν μπορούμε πραγματικά να πούμε ότι είμαστε μαθητές του Χριστού», ότι εννοεί: ‘’Αν δεν μοιραζόμαστε την ελπίδα και τη λαχτάρα για πλήρη κοινωνία με όλες τις αιρέσεις και τους ειδωλολάτρες εθνικούς, ότι «τότε» δεν μπορούμε πραγματικά να πούμε ότι είμαστε μαθητές του Χριστού’’; Θυμίζουμε εδώ τι παλαιότερα έγραψε: «Δεν δύνανται να εφαρμοσθούν σήμερα και πρέπει να τροποποιηθούν αι διατάξεις αι κανονίζουσαι τας σχέσεις των ορθοδόξων Χριστιανών προς τους ετεροδόξους και ετεροθρήσκους…» [3].

Αντιλαμβάνονται οι παραδοσιακοί μας επίσκοποι ότι τα παρακάτω ανατρεπτικά λόγια του νυν Κων/πόλεως που γράφτηκαν σε παλαιά του πανεπιστημιακή εργασία (Περὶ τὴν κωδικοποίησιν τῶν Ἱ. Κανόνων…), ότι έγιναν πράξη στην ψευδοσύνοδο της Κρήτης; Γράφει: «Δεν δύνανται να εφαρμοσθούν σήμερα και πρέπει να τροποποιηθούν αι διατάξεις αι κανονίζουσαι τας σχέσεις των ορθοδόξων Χριστιανών προς τους ετεροδόξους και ετεροθρήσκους. Δεν δύναται η Εκκλησία να έχη διατάξεις απαγορευούσας την είσοδον εις τους ναούς των ετεροδόξων και την μετ᾽ αυτών συμπροσευχήν, καθ᾽ ην στιγμήν αύτη δια των εκπροσώπων αυτής προσεύχεται από κοινού μετ᾽ αυτών δια την τελικήν ένωσιν εν τη πίστει, τη αγάπη, τη ελπίδι. Περισσοτέρα αγάπη πρέπει να “αρδεύση” πολλάς κανονικάς διατάξεις προς “ζωογονίαν”. Επιβάλλεται τροποποίησις ορισμένων διατάξεων επί το φιλανθρωπότερον και ρεαλιστικώτερον. Η Εκκλησία δεν δύναται και δεν πρέπει να ζη εκτός τόπου και χρόνου»[4].

Αντιλαμβάνονται οι αντιοικουμενιστές επίσκοποι μας την ευθύνη τους ενώπιον του Χριστού, όταν γνωρίζουν πολύ καλά ότι: «…Ο νυν Οικουμενικός Πατριάρχης, ο οποίος συμπροσεύχεται ασύστολα, όχι μόνο με Χριστιανούς αιρετικούς, αλλά και με αλλοθρήσκους στις πάμπολλες και αναρίθμητες διαθρησκειακές εκδηλώσεις και συναντήσεις, εκτός του ότι χαρακτήρισε τους Ιερούς Κανόνες ως «τείχη του αίσχους»[2], από νεαράς ηλικίας, ως αρχιμανδρίτης ακόμη, είχε αναλάβει το γκρέμισμα των Ιερών Κανόνων με την διδακτορική του διατριβή «Περί την κωδικοποίησιν των Ι. Κανόνων και των κανονικών διατάξεων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία», η οποία μάλλον για τον λόγο αυτό δεν έγινε δεκτή στην Ορθόδοξη τότε Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης και υπεβλήθη σε παπικό Πανεπιστήμιο της Ρώμης, απ᾽ όπου έλαβε και τον τίτλο του διδάκτορος. Στην προδρομική λοιπόν αυτή μελέτη του μετέπειτα έργου του γράφει: «Δεν δύνανται να εφαρμοσθούν σήμερα και πρέπει να τροποποιηθούν αι διατάξεις αι κανονίζουσαι τας σχέσεις των ορθοδόξων Χριστιανών προς τους ετεροδόξους και ετεροθρήσκους…» [5] (όπως Γράφει ο πατήρ Θεόδωρος Ζήσης); Μήπως τα αγνοούν; 

Τέλος, αντιλαμβάνονται οι επίσκοποι ποίου το όνομα μνημονεύουν στις ιερές Ακολουθίες ή καλύτερα πόσους και ποιους Αγίους ομολογητές και μάρτυρες ατιμάζουν με την μνημόνευση του ονόματος του μεγαλύτερου αιρετικού όλων των αιώνων, αυτού που με το σφυρί της Κρήτης σφυρηλάτησε και έθραυσε το Πηδάλιον της Αγίας Εκκλησίας μας; Ο επίσκοποι πάλι των οποίων κόπηκε η μνημόνευση του ονόματός τους αντιλαμβάνονται το μέγεθος της πτώσης τους λόγω της αναγνώρισης από μέρος τους της Συνόδου της Κρήτης ως «Αγίας και Μεγάλης» και ότι δίκαια οι πιστοί σέβονται και τιμούν τους αποτειχισμένους Πατέρες, τους τιμώντας το ιερό Πηδάλιο και στην πράξη εφαρμόζοντας τους διορισμούς αυτού (χωρίς φόβο και πάθος);

Αδελφοί, κληρικοί και λαϊκοί, από τα πολλά ερωτηματικά ας προχωρήσουμε στα κατηγορηματικά λόγια του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου που ερμηνεύουν τον ΝΒ' Αποστολικό Κανόνα για να εννοήσουμε ότι ο «εναντιούμενος τω Χριστώ, δεν είναι μαθητής αυτού»! Ιδού :«Τον ερχόμενο προς με ου μη εκβάλλω έξω, λέγει ο Κύριος» (Ιωαν. στ’ 37). Δια τούτο και οι θείοι Απόστολοι εις τούτον τον Κανόνα διορίζουσιν ότι όποιος Επίσκοπος, ή Πρεσβύτερος, δεν υποδέχεται τον από αμαρτίας επιστρέφοντα και μετανοούντα, αλλά αποβάλλει τούτον και αποδιώκει, ως ο Ναυάτος εκείνος, συγχαινόμενος αυτόν, τρόπον τινά, και αποστρεφόμενος δια τας αμαρτίας του, ας καθαίρεται  διότι με τούτο οπού κάμνει λυπεί τον Χριστόν, όστις είπε «χαρά γίνεται εις τον ουρανόν (ήτοι εις τους εν ουρανώ Αγγέλους), δια ένα αμαρτωλόν, όπου μετανοεί από τας προτέρας του αμαρτίας (Αποκ. ι, 7). Και αν αυτός πάλιν ο ίδιος είπεν «ουκ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοια» (Ματθ. θ' 13), φανερό ότι ο μη δεχόμενος τους αμαρτωλούς, εναντιείται και αντιπράττει τω Χριστώ, ο δε εναντιούμενος τω Χριστώ, δεν είναι μαθητής αυτού, ο δε μη ων μαθητής, ουδέ άξιος είναι να έχη την ιερωσύνην. Πώς γαρ δύναται να την έχη, και να είναι δεκτός τω Χριστώ, ο αντίχριστον εαυτόν ποιήσας, και εναντιούμενος τω εκείνου θελήματι;» [6].

Συμπερασματικά:

Αν αυτός που «δεν υποδέχεται τον από αμαρτίας επιστρέφοντα και μετανοούντα» εναντιώνεται και πράττει αντίθετα από το θέλημα του Θεού (πού είναι η μετάνοια του αμαρτωλού και δι’ αυτής η σωτηρία;). Λοιπόν, αν αυτός όχι μαθητής του Χριστού δεν λογαριάζεται αλλά αντίχριστος, τότε, αυτοί (ενν. ο Κων/πόλεως και οι συν αυτώ παναιρετικοί οικουμενιστές) που

α) δέχονται «τα παρά των αιρετικών»,   

β) έχουν «όμοια φρονήματα» με τους αιρετικούς,   

γ) δεν έχουν «προθυμίαν να ελευθερώσουν αυτούς από την κακοδοξίαν των»,   

δ) συνευδοκούν  «εις τας εκείνων τελετάς», και   

ε) αδυνατούν να ελέγξουν τους κακοδόξους ώστε «να παρατήσουν την κακόδοξον και πεπλανημένην των αίρεση» (Αποστολικός 46ος Κανών)  [7]…   

Και που εν τέλει δέχονται να ενωθούν μυστηριακά με αμετανόητους αιρετικούς είναι μαθητές του Χριστού;  Ή αρνητές του Χριστού; Δίκαιοι κριτές ή υποκριτές; Σώφρονες ή Λατινόφρονες; Σεβασμιώτατοι ή ασεβέστατοι; 

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

(Αποσπάσματα από το δημοσιευμένο άρθρο του ιατρού Φ. Μιχαήλ που φέρει τον τίτλο: «Οἱ ἐχθροί ἐμοῦ τε καί τοῦ Υἱοῦ μου ἐπλησίασαν. - Θαυμαστές παρεμβάσεις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου σέ περιπτώσεις ἀπόπειρας αἱρετικῶν νά μολύνουν τήν Πίστη τῶν Ὀρθοδόξων.»

«Στίς ἡμέρες μας, ὁ ἀντίχριστος κάνει τήν δουλειά του μέ πρωτοφανή δόλο καί μάλιστα ἐντελῶς ἀνεπαίσθητα. Μᾶς ξεγελάει πανεύκολα μέ διάφορες προφάσεις καί ψευτοδικαιολογίες καί χωρίς νά τό καταλάβουμε, μᾶς ὁδηγεῖ στήν ἄρνηση καί τήν περιφρόνηση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας…

Ἐμεῖς, σήμερα, ἐν ὀνόματι μιᾶς νοθευμένης καί ψεύτικης ἀγάπης, ὀνομάζουμε τούς αἱρετικούς ''ἀδελφές ἐκκλησίες''. Τούς προκαθημένους τους, τούς προσφωνοῦμε ''ἁγιώτατους'' καί τούς πολυχρονίζουμε ψαλμωδικῶς ἐντός τῶν Ἱερῶν μας Ναῶν. Τούς καλοῦμε καί συμπροσευχόμαστε μαζί τους μέσα στίς ἐκκλησιές μας, λειτουργούμαστε παρέα μαζί τους κ.α.π.

Ρωτήσαμε τήν Παναγιά μας, πού λέμε ὅτι θά τήν τιμήσουμε στίς δεκαπέντε τοῦ μηνός, ἐάν συμφωνεῖ μέ ὅλα αὐτά τά ὑβριστικά καί ἐπαίσχυντα ’’κατορθώματά μας’’; Διότι ἡ Παναγιά μας ἔχει φανερώσει τήν στάση Της ἀπέναντι στούς αἱρετικούς καί ἡ στάση Της εἶναι ἐντελῶς διαφορετική ἀπό τήν δική μας: Ὑπάρχουν θαυμαστές ἱστορικές μαρτυρίες, πού βεβαιώνουν, ὅτι ἡ Δέσποινά μας, ἡ Κυρία Θεοτόκος, ὅλους τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς ’’ἡμέτερους’’ λατινόφρονες, τούς ἀποκαλεῖ ''ἐχθρούς δικούς Της καί τοῦ Κυρίου, ὑποκριτές καί ἀσεβέστατους’’» [8].

…………………………….



Πηγή: https://apotixisi.blogspot.com/

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ